Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Το ελληνικό ποδόσφαιρο στην εποχή της φανέλας και της... βαλίτσας

Πανιώνιος - ΑΕΚ στη Νέα Σμύρνη. Ο Νεστορίδης της ΑΕΚ (κέντρο) σουτάρει και βάζει γκολ, υπό το βλέμμα του Θανάση Σαραβάκου (αριστερά).


Το 1963 είναι μια χρονιά-σταθμός στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. O σέντερ μπακ του Ολυμπιακού Μίμης Στεφανάκος αποφασίζει να βγάλει το άσπρο σωβρακάκι του Θρύλου και να φορέσει την... άσπρη φουστανέλα της Καραγκούνας.

Η «Καραγκούνα» (μια ταινία έρωτα, κλαρίνου και... ξινόγαλου που προβλήθηκε εκείνη την χρονιά) είχε πρωταγωνιστές την Χριστίνα Σύλβα, τον Ανδρέα Μπάρκουλη, τον Γιώργο Καμπανέλλη και, φυσικά, τον Μίμη Στεφανάκο.

Ομως εκείνη την εποχή δεν ανακατεύονται μόνο στην... καλδάρα της Καραγκούνας το ξινόγαλο, το ποδόσφαιρο και ο κινηματογράφος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε διαρκή ζύμωση μέσα στην καλδάρα της ζωής.

Η εκκίνηση του Ράλι Μόντε Κάρλο από την Αθήνα συνυπάρχει με την μετανάστευση στην Γερμανία. Οι πολυκατοικίες με τις αλάνες. Οι αμμόλοφοι στην Λούτσα  με τα πρώτα αυθαίρετα εξοχικά. Ο πλανόδιος γιαουρτάς με τα παπούτσια Αντίντας. Ακόμα και ο Κώστας Μητσοτάκης συνυπάρχει με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ίδιο κόμμα, την Ένωση Κέντρου.

Στον κινηματογράφο πάντως η συνύπαρξη ηθοποιών και ποδοσφαιριστών δεν ευδοκίμησε. Η Ελένη Χατζηαργύρη και ο Κώστας Κακκαβάς θα σκάσουν στο κλάμα στην ταινία «Εσκότωσα για το παιδί μου» αλλά ο συμπρωταγωνιστής τους Μίμης Στεφανάκος θα αποδείξει με το παίξιμό του ότι είναι καταπληκτικός στο... ανάποδο ψαλίδι.

Από το σινεμά το μόνο κέρδος που είχε ο παίκτης του Ολυμπιακού ήταν μία σύζυγος: η ηθοποιός Μάρθα Καραγιάννη. Έτσι ο Μίμης Στεφανάκος προτίμησε να επανέλθει στην θέση του σέντερ μπακ και στην τέχνη που ήξερε: Στα ανάποδα ψαλίδια!

Ο βασιλιάς του ανάποδου ψαλιδιού ήταν όμως άλλος. Ο Κώστας Λινοξυλάκης, αρχηγός του Παναθηναϊκού...

Ο Κώστας Λινοξυλάκης στην κλασική του πόζα με το ανάποδο ψαλίδι

Οι μεγάλοι αρχηγοί

Καλοκαίρι του 1961. Η χώρα προετοιμάζεται για εκλογές. Πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής είναι δύο μεγάλοι αρχηγοί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Όπως και στην πολιτική έτσι και στο ποδόσφαιρο, οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού είναι τα πρόσωπα. Οι μεγάλοι αρχηγοί! Ο Λινοξυλάκης, ο Ρωσίδης, ο Νεστορίδης... Οι μάζες βρίσκονται στο περιθώριο.

Το παιχνίδι είναι ατομικό και δεν υπάρχει ανάγκη (είτε πρόκειται για εκλογικό είτε για ποδοσφαιρικό αγώνα) να εφαρμοστούν πολύπλοκα συστήματα. Και στις δύο περιπτώσεις το σύστημα είναι απλούστατο και βασίζεται στο δόγμα: «Μπείτε μέσα και φιλήστε τους!»

Μ’ αυτό το δόγμα η ΕΡΕ «φίλησε» τότε την πολιτική μας ζωή, εφαρμόζοντας στις εκλογές ένα άκρως επιθετικό σύστημα, που έμεινε στην ιστορία με τον τίτλο «βία και νοθεία».

Αντίθετα με τους πολιτικούς αρχηγούς, στα γήπεδα οι αρχηγοί των ομάδων   προτιμούσαν να εφαρμόζουν ηπιότερες τακτικής. Απλώς «φιλούσαν» στο ξύλο τους διαιτητές.

Από το «φιλί» δεν εξαιρούνταν και οι αντίπαλοι. Αλλά αυτό ήταν το φυσιολογικό αποτέλεσμα του έρωτα  για την φανέλα. Ένας έρωτας που πολλές φορές έβαφε με αίμα τα χωμάτινα γήπεδα. 

Ιούλιος του 1961. Η ανεπανάληπτη ομάδα του Ολυμπιακού της δεκαετίας του '50, που είχε δημιουργήσει παγκόσμιο ρεκόρ με την κατάκτηση 6 συνεχόμενων πρωταθλημάτων, έχει πλέον γεράσει. Τα πρωτεία έχει τώρα ο Παναθηναϊκός, που όμως χάνει στον ημιτελικό του Κυπέλλου από τον πολύ μεγάλο τότε Πανιώνιο. Ο τελικός θα είναι για πολλούς ερυθρόλευκους η τελευταία μεγάλη ευκαιρία.

Η εμφάνιση στον τελικό του Ηλία Ρωσίδη συγκλονίζει. Ο αρχηγός του Ολυμπιακού, που συμπλήρωνε 17 συνεχή χρόνια στην ομάδα, τραυματίζεται σοβαρά. Η φανέλα του γεμίζει αίματα. Ο μεγάλος αρχηγός θα παίξει ως το τέλος του αγώνα με το κεφάλι τυλιγμένο σε ματωμένους επιδέσμους. Και θα οδηγήσει τους  συμπαίκτες του σε θρίαμβο  με 3-0. 

Η φωτογραφία, που δείχνει του παίκτες του Ολυμπιακού να περιφέρουν στους ώμους τον κεφαλοδεμένο αρχηγό τους στον γύρο του θριάμβου, αποτυπώνει το πνεύμα της εποχής των μεγάλων αρχηγών. Την αγάπη για την φανέλα.

Στην «εποχή της φανέλας» ο Ηλίας Ρωσίδης, ο Κώστας Λινοξυλάκης, ο Κώστας Νεστορίδης της ΑΕΚ, ο Γιώργος Καμάρας του Απόλλωνα Αθηνών και οι άλλοι βετεράνοι αρχηγοί θα εγκαταλείψουν τα γήπεδα.

Την θέση τους θα πάρουν με τον καιρό νέα παιδιά, που θα διατηρήσουν με το ταλέντο και το αγωνιστικό τους πάθος την εικόνα του μεγάλου αρχηγού. Στον Παναθηναϊκό ο Μίμης Δομάζος. Στον Ολυμπιακό ο Γιώργος Σιδέρης. Στην ΑΕΚ ο Μίμης Παπαϊωάννου. Στον ΠΑΟΚ ο Γιώργος Κούδας...

Οι νέοι αρχηγοί έχουν πολλά κοινά σημεία με τους παλιούς. Κι αυτοί παθιάζονται για τη νίκη. Κι αυτοί ξυλοκοπούν τους διαιτητές.  Κι αυτοί είναι φτωχόπαιδα...
Υπάλληλοι, σπουδαστές κι εργάτες αποτελούσαν την ομάδα του Ολυμπιακού. Στην φωτογραφία ο Στεφανάκος. ο Υφαντής κι ο Πολυχρονίου φροντίζουν τον τραυματισμένο τερματοφύλακα Θεοδωρίδη.

Εξηλεκτρισμός και πετρελαιάδες

Η δεκαετία του '60 βρίσκει την ομάδα του Ολυμπιακού να αποτελείται από 10 ιδιωτικούς υπαλλήλους, 3 σπουδαστές, 3 μαθητές κι έναν εργοστασιακό εργάτη: Τον Σωτήρη Γκαβέτσο εφαρμοστή στην Πειραϊκή Ορειχαλκουργία.

Εκείνες της μέρες ο αρχηγός του Παναθηναϊκού Κώστας Λινοξυλάκης δίνει συνέντευξη στο νεαρό δημοσιογράφο Φρέντυ Γερμανό. Και λέει  με παράπονο:

«Η ανεργία μου έχει κλονίσει τόσο πολύ το ηθικό, ώστε αναγκάστηκα να διακόψω τις σπουδές μου στην Εμπορική. Ευτυχώς τα πράγματα τώρα φαίνονται να είναι καλύτερα. Η Mπι Πι μου υπεσχέθη να με προσλάβει.»

Και ο αρχηγός της ΑΕΚ Κώστας Νεστορίδης δηλώνει στον Γιάννη Βανδώρο: «Έχω αγοράσει ένα ημιφορτηγό και κινούμαι αρκετά καλά».

Άνεργος ο αρχηγός του Παναθηναϊκού... Φορτηγατζής ο αρχηγός της ΑΕΚ...

Πριν 30 χρόνια σχεδόν όλοι οι ποδοσφαιριστές ήταν φτωχόπαιδα. Η μόνη απαίτηση που είχαν από την ομάδα είναι να τους βρει κάποια δουλειά για να εξασφαλιστούν επαγγελματικά. Το πρόβλημα είχαν αναλάβει να λύσουν η ΗΕΑΠ και οι εταιρίες πετρελαιοειδών, όπως η Μπι Πι και η Πουρφίνα.

Σε ρεπορτάζ με τίτλο «Το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα του αθλητισμού μας» το περιοδικό ΤΑ ΣΠΟΡ σημειώνουν:

«Τρεις ομάδες αποτελούμενες από γνωστούς άσους του ποδοσφαίρου μας παρατάσσει σήμερα η Ηλεκτρική Εταιρία Αθηνών και Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Τα ονόματα των παρακάτω ποδοσφαιριστών δείχνουν πόσο ισχυρές είναι: Ρωσίδης, Ξανθόπουλος, Σούλης, αδελφοί Παπουλίδη, Κοτρίδης, Εμμανουηλίδης, Μουράτης, Θεοφάνης, Υφαντής, Μπέμπης, Πανάκης, Πετρόπουλος, Γ.Καμάρας, Κανάκης, Δαρίβας, Σταματιάδης, Σεραφείδης...»

Πριν 30 χρόνια, λοιπόν, η πρόοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου είχε ταυτιστεί με την... πρόοδο του εξηλεκτρισμού της χώρας. Και όπως δείχνουν τ΄ αποτελέσματα, κατέληξε σε δυστύχημα από ηλεκτροπληξία.

Αλλά ας δούμε την συνέχεια της επαγγελματικής πορείας του Κώστα Νεστορίδη, όπως φαίνεται από μία άλλη συνέντευξή του στον Γ.Ν.Παγιωτέλη:

  - Στο εργοστάσιο πήγες το 1945. Πότε έφυγες;
  - Το 1949 που ντύθηκα αεροπόρος. Σμηνίτης ήμουν μέχρι το 1957.
  - Οκτώ χρόνια, γιατί;
  - Με ήθελαν για το ποδόσφαιρο. Κι εγώ δεν είχα να κάνω τίποτα άλλο. Σαν απολύθηκα η ΑΕΚ μου έδωσε 30.000 για να αγοράσω ένα φορτοταξί που έκανε 120.000. Δούλευα μέρα-νύχτα για να ξεπληρώσω τα γραμμάτια. Μην ξεχνάς ήμουν και οικογενειάρχης πλέον.
- Καταλαβαίνω...
 - Που λες κάποτε πούλησα το αμάξι στα μισά σχεδόν. Με τα λεφτά αυτά και κάτι μικροδάνεια φτιάξαμε το σπίτι που βλέπεις. Στο κάτω μένει ο γέρος κι έχει το καφενείο του κι εδώ εμείς.
 - Γιατί πούλησες το φορτοταξί;
 - Xάρις στον κ. Τουμπαλίδη πήγα στην Πουρφίνα. Θέλω ν' αναφέρω ότι στην εταιρία μου έχουν βρει στέγη κι άλλοι πολλοί ποδοσφαιρισταί...

 Οι πετρελαιάδες είχαν ανακαλύψει τον ευεργετικό ρόλο του ποδοσφαίρου στις επιχειρήσεις, τριάντα χρόνια πριν οι Ελληνες οπαδοί ανακαλύψουν τους «τσάτσους του Βαρδινογιάννη».

Αλλά και οι «τσάτσοι» είναι ανακάλυψη των αρχών της δεκαετίας του '60. Μόνο που σ' εκείνη την μίζερη εποχή αυτός ο επιχειρησιακός τομέας του ελληνικού ποδοσφαίρου μπορούσε να χωρέσει απλώς μέσα σε μία  βαλίτσα...

Ο άνθρωπος με την βαλίτσα

Στις μεταγραφές του 1961 ο Ολυμπιακός πληρώνει 500.000 δραχμές στην Προοδευτική για να πάρει τον Στέλιο Μπέση. Το ποσόν θεωρείται τεράστιο κι ο φίλαθλος κόσμος μένει κατάπληκτος.

Αλλά για τον Ολυμπιακό δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα των λεφτάδων. Ο Γουλανδρής, η ταξιαρχία του Μπούκοβι και το «Έμπαινε Γιούτσο» θα έρθουν 5 χρόνια αργότερα. Και οι εκατομμυριούχοι - μαϊμούδες θα το παίξουν πρόεδροι του Θρύλου στην δική μας εποχή.

Εκείνη την «εποχή της φανέλας», αυτός που προκαλεί το δημόσιο αίσθημα είναι ο Παναθηναϊκός. Όχι μόνο για τα χρήματα που ξοδεύει. Αλλά και για τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα μικρά σωματεία και κάνει τις μεταγραφές.

Ο πρωταγωνιστής των μεταγραφών του Παναθηναϊκού είναι μία... βαλίτσα. Για την ακρίβεια είναι ο αρχηγός ποδοσφαίρου των πράσινων Αντώνης Μαντζαβελάκης που κρατάει την βαλίτσα.

Ο μεγαλοξενοδόχος Αντώνης Μαντζαβελάκης (ένας πανέξυπνος άνθρωπος) είχε το δόγμα ότι οι μεγάλες ομάδες δεν πρέπει να κουράζονται για να κερδίζουν τις μικρές. Και φρόντισε να δημιουργήσει ένα καθεστώς φιλικών ομάδων με διάφορες μεθόδους. Μία ήταν η δωρεάν παροχή χρησιμοποιημένου υλικού (εμφανίσεις, μπάλες κλπ). Άλλη ήταν ο δανεισμός παικτών. Αλλά η βασική του μέθοδος ήταν η... «βαλίτσα».

Η φημολογία της εποχής ήθελε τον Μαντζαβελάκη ν' ανοίγει μία βαλίτσα και να μοιράζει χρήματα σε παράγοντες, μεσάζοντες, συγγενείς και παίκτες για να πετύχει την μεταγραφή. Ο Μαντζαβελάκης έμεινε στην μνήμη των παλαιών φιλάθλων ως «ο άνθρωπος με την βαλίτσα».

Ο «άνθρωπος με την βαλίτσα» έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ στην μεταγραφή του Τάκη Λουκανίδη από την Δόξα Δράμας, μία υπόθεση που προκάλεσε το δημόσιο αίσθημα για πολλούς μήνες.

Πριν 30 χρόνια δεν υπήρχαν πενταετίες. Η μεταγραφή ενός παίκτη ήταν αδύνατη χωρίς την συγκατάθεση του σωματείου του. Ο Μαντζαβελάκης εξασφάλισε την υπογραφή του Λουκανίδη και τον έστειλε να αγωνίζεται στην... Κύπρο, μέχρι να βρει τρόπο να... αλλάξει τους κανονισμούς της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας.

Ύστερα από πολύμηνες μεθοδεύσεις, «ο άνθρωπος με την βαλίτσα» είχε κάνει το θαύμα του. Με κόστος 200.000 δραχμών άλλαξε τον... κανονισμό που απαγόρευε στον Λουκανίδη να παίξει στον Παναθηναϊκό. Από ρεπορτάζ της εποχής αντιγράφουμε:

«Ο Τάκης Λουκανίδης είναι αναμφισβήτητα ποδοσφαιριστής διεθνούς κλάσεως. Η οικογένειά του είναι εγκατεστημένη στην Δράμα και ο Λουκανίδης εργάζετο ως τεχνικός της ΔΕΗ. Κατά την συμφωνία της μεταγραφής του ο Λουκανίδης εζήτησε όπως του ευρεθεί εργασία σε μία από τις εταιρίες πετρελαιοειδών.

Η μεταγραφή του από την Δόξα Δράμας στον Παναθηναϊκό εστοίχισε μέχρι σήμερα 1.300.000 δραχμές. Το ποσόν αυτό κατανέμεται ως εξής :

*     400.000 στην Δόξα και πιθανώς σε μεσάζοντα.
*    300.000 στον Τάκη Λουκανίδη.
*    80.000 στην οικογένεια Λουκανίδη για το χρονικό διάστημα της παραμονής του παίκτου στην Κύπρο.
*    120.000 για έξοδα του Τ.Λουκανίδη στην Κύπρο.
*    200.000 για την μετατροπή του άρθρου της ΕΠΟ που επέτρεπε την μεταγραφή.
*    200.000 για διάφορα άλλα έξοδα.»

Με την μεταγραφή του Λουκανίδη η «εποχή της φανέλας» μετεξελίχτηκε σε «εποχή της βαλίτσας»...

Η βαλίτσα"του Αντώνη Μαντζαβελάκη άνοιξε πριν 30 χρόνια τον δρόμο στον επαγγελματισμό ελληνικού τύπου με τις μετατροπές των νόμων, τους «τσάτσους» και τους πρόεδρους-μαϊμούδες...

Ωστόσο, στην «εποχή της φανέλας και της... βαλίτσας» το ποδόσφαιρο εξακολουθούσε να είναι ένα πολύ ευαίσθητο σπορ. Τόσο ευαίσθητο ώστε να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση ενός αγώνα η  βροχή, ο ήλιος και το χορτάρι...

Τα στοιχεία της φύσεως...

Τον Απρίλιο του 1960 παίξαμε με την Γιουγκοσλαβία για το προολυμπιακό τουρνουά. Οι διεθνείς μας τα πήγαιναν καλά στο α' ημίχρονο μέχρι που άρχισε να... βρέχει. Στο β' ημίχρονο γλίστραγαν συνεχώς πάνω στο βρεγμένο χορτάρι κι έφαγαν 5 γκολ. (Από τότε η βροχή είναι ο κακός δαίμονας της εθνικής μας ομάδας.)

Ο Βαγγέλης Φουντουκίδης έγραψε στην κριτική του για τον αγώνα εκείνο:

«Το βρεγμένο γήπεδο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση της ελληνικής ομάδος. Γιατί οι Ελληνες γλιστρούσαν περισσότερο από τους Γιουγκοσλάβους ποδοσφαιριστάς που είναι συνηθισμένοι να παίζουν σε γήπεδα με βρεγμένο χορτάρι και διατηρούν καλύτερα την ισορροπία τους.»

Αλλά η βροχή δεν ήταν το μοναδικό στοιχείο της φύσεως που ταλαιπωρούσε το ελληνικό ποδόσφαιρο στην «εποχή της φανέλας και της βαλίτσας». Το καθοριστικότερο ρόλο για τον ομαλό τερματισμό των διοργανώσεων έπαιζε η... ζέστη.

Το πρωτάθλημα συνεχιζόταν μέχρι τον Ιούλιο και ο τελικός του Κυπέλλου γινόταν τον Αύγουστο ή πήγαινε για την επόμενη περίοδο λόγω καύσωνος, όπως συνέβη το 1962. Έτσι η αντοχή μιας ομάδας στην ηλίαση αποδεικνυόταν πολλές φορές το καλύτερο σύστημα  για τη νίκη.

Ολα τα γήπεδα ήταν χωμάτινα και φυσικά δεν είχαν προβολείς. Οι αγώνες διεξάγονταν το απόγευμα, την ώρα που το χώμα και οι τσιμεντένιες εξέδρες πύρωναν από τον καλοκαιριάτικο ήλιο.

Μόνο το γήπεδο του Παναθηναϊκού είχε χορτάρι και ηλεκτροφωτισμό. Αλλά, κατά ένα περίεργο τρόπο, το χόρτο πρασίνιζε το καλοκαίρι και ξεραινόταν τον χειμώνα. Στις αρχές του 1962 εγκαινίασε και η ΑΕΚ τον δικό της χλοοτάπητα στη Νέα Φιλαδέλφεια, παίζοντας φιλικό αγώνα με την Μπαρτσελόνα.

Κάτι οι καύσωνες, κάτι η κούραση των παιχτών, κάτι ότι δεν είχαμε τότε την διαδικασία των πέναλτι, πολλοί αγώνες Κυπέλλου έληγαν ισόπαλοι και ξαναγινόντουσαν. Το ράδιο αρβύλα ήθελε τα ματς να είναι στημένα, για να κόβουν τα σωματεία περισσότερα εισιτήρια από τις επαναλήψεις των αγώνων.

Κάποτε ο καύσωνας και οι φήμες προξένησαν μαζική θερμοπληξία στους φιλάθλους. Ήταν ντάλα καλοκαίρι του 1964 και η διοργάνωση του Κυπέλλου δεν τελείωνε με καμμία κυβέρνηση. (Τα επόμενα χρόνια το Κύπελλο θα τελειώνει ομαλά. Όχι όμως και οι κυβερνήσεις.)

Μέσα Ιουλίου του 1964. Ο ημιτελικός Παναθηναϊκού - Ολυμπιακού ήταν 2-2 και λίγο πριν την λήξη της παράτασης ο Δομάζος έχασε μία κλασσική ευκαιρία. Οι θεατές δεν άντεξαν άλλο.

Ενωμένοι, για πρώτη και τελευταία φορά, οι οπαδοί του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού έριξαν τα κάγκελα, μπήκαν στο γήπεδο και το έκαναν γυαλιά - καρφιά. Στήθηκαν οδοφράγματα και τα επεισόδια, που επεκτάθηκαν σ' όλο το κέντρο της Αθήνας, κράτησαν ως τα μεσάνυχτα.

Είναι χαρακτηριστικό της πολεμική ψυχολογίας του πλήθους ότι μία σιδερένια πόρτα του γηπέδου της Λεωφόρου βρέθηκε την άλλη μέρα στην πλατεία Ομονοίας.

Αλλά η πολεμική ατμόσφαιρα ήταν τα χρόνια εκείνα μια συνηθισμένη κατάσταση στις γειτονιές και στα παιχνίδια των πιτσιρικάδων. Και περιελάμβανε μέχρι και εκρήξεις χειροβομβίδων...
Πιτσιρικάδες παίζουν μπάλα σε αθηναϊκό δρόμο (εννοείται χωματόδρομο)


Παλαιά πυρομαχικά

«Παιδιά προσοχή!
 
Έξω από το σπίτι σας, στην αλάνα, στο χωράφι, στο βουνό, στα χαντάκια των δρόμων και στους σωρούς των σκουπιδιών ακόμα, μπορεί να βρείτε σιδερένια αντικείμενα που είναι τρομερά επικίνδυνα, γιατί ίσως είναι παλιές οβίδες, χειροβομβίδες ή σφαίρες.

Ολα αυτά από την πολυκαιρία, τις βροχές, την υγρασία είναι έτοιμα να εκραγούν με την παραμικρή κίνηση και να σκορπίσουν γύρω τον θάνατο. Γι' αυτό τον λόγο, όποιος βρει ένα τέτοιο αντικείμενο δεν πρέπει να το εγγίζει και πολύ περισσότερο δεν πρέπει να το πάρει στα χέρια του γιατί κινδυνεύει να σκοτωθεί.

Μέχρι σήμερα πολλοί σκοτώθηκαν ή έμειναν χωρίς μάτι ή χέρια για όλη τους την ζωή, γιατί δεν ακολούθησαν αυτή την συμβουλή...

...Παιδιά προσοχή!»

Αρχές του 1963. Οι γειτονιές της Αθήνας με τις αλάνες και τα χαντάκια τους και ολόκληρη η ύπαιθρος χώρα συνεχίζουν να είναι σπαρμένες από παλαιά πυρομαχικά της Κατοχής και του Εμφυλίου. Οι επείγουσες ανακοινώσεις, σαν την παραπάνω του Γενικού Επιτελείου Στρατού, που κατέκλυζαν τον Τύπο, δίνουν το μέτρο των συνθηκών και το ηρωικό πνεύμα με το οποίο έπαιξαν και μεγάλωσαν τα παιδιά εκείνη την εποχή.

Στην εποχή της φανέλας και της βαλίτσας, το μόνο παιχνίδι στις γειτονιές, στους χωματόδρομους και στις αλάνες ήταν το ποδόσφαιρο. 

Οι κανονισμοί του ποδοσφαίρου είχαν προσαρμοστεί στις ανάγκες της παρέας. Μονότερμα, μπακότερμα, «στα τρία κόρνερ, πέναλτι»... Αν ρωτήσετε σήμερα έναν σαραντάρη και δεν γνωρίζει αυτούς τους τρεις βασικούς κανονισμούς, τότε ο τύπος έχει σοβαρό πρόβλημα. Αποδεικνύεται ότι δεν έχει παίξει πιτσιρικάς. Αρκούσαν μερικοί πιτσιρικάδες και δύο πέτρες σαν τέρμα για να στηθεί το μονότερμα. (Εξυπακούεται ότι η σύνθεση της ομάδας άρχιζε απ' αυτόν που είχε δική του την μπάλα.)

Στα γυμνάσια, η κοπάνα συνοδευόταν από δίτερμα μετά στοιχήματος. Κοπάνα και δίτερμα γινόταν πολλές φορές σε συνεννόηση με γειτονικά γυμνάσια. Και στις συνοικίες, δεκάδες  ομάδες τύπου Κεραυνός, Αστραπή και Νίκη, παρήλαυναν καθημερινά από την στήλη «Ζητείται αντίπαλος» της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ».

Υπήρχε ένα διάχυτο αγωνιστικό πνεύμα. Οι περισσότεροι φίλαθλοι έπαιζαν και μπάλα. Ήταν κι αυτοί ποδοσφαιριστές. Και φυσικά εμπνέονταν από τους ήρωες των ομάδων, που μερικές φορές άφηναν την τελευταία τους πνοή μέσα στο γήπεδο...

Πάθος και θύματα

Στην εποχή της φανέλας η ανάπτυξη του ΠΡΟ - ΠΟ και οι «βαλίτσες» φέρνουν τα πρώτα σπέρματα του επαγγελματισμού στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, η εποχή διατηρεί την αγνότητα, το πάθος και τον ηρωισμό της.

Ο προπονητής του Ολυμπιακού Α. Χατζησταυρίδης δηλώνει τον Φεβρουάριο του 1963 για τις αμοιβές των ποδοσφαιριστών:

«Η αμοιβή των δικών μας παικτών έχει καθορισθεί ως εξής: 1.200 δραχμές για τη νίκη, 600 για την ισοπαλία, τίποτα για την ήττα. Επίσης ωρίσθη ότι όποιος εμφανίζεται σε κάθε προπόνηση θα παίρνει κι ένα πενηντάρικο για την προπόνηση.»

Οι ποδοσφαιριστές παίζουν για τη νίκη και την δόξα της ομάδας τους. Αγωνίζονται με  πάθος για την φανέλα. Μερικές φορές όμως αυτό το πάθος έχει και θύματα.

Αγώνας Παναθηναϊκού - Εθνικού στην Λεωφόρο. Σε μια φάση  ο κυνηγός του Εθνικού Θ. Ιωάννου τραυματίζεται θανάσιμα. Στο γήπεδο δεν υπάρχει υποδομή για την αντιμετώπιση των τραυματισμών. Ούτε καν φορείο. Σαν τρελός ο αρχηγός του Παναθηναϊκού Κώστας Λινοξυλάκης ξηλώνει μια διαφημιστική πινακίδα, βάζει πάνω τον Ιωάννου και τον μεταφέρει μαζί με τους συμπαίκτες του στο ασθενοφόρο.

Ο 20χρονος Θ. Ιωάννου θ' αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Στην κηδεία του η ενέργεια μιας γυναίκας θα δείξει τις βαθιές ρίζες που είχε στην ψυχή των ποδοσφαιριστών το πάθος τους για την ομάδα.

Αντιγράφουμε από ρεπορτάζ της εποχής:

«Μέσα στον χείμαρρο της οδύνης, που τον συνόδευαν κάπου 80 λουλουδένια στέφανα, όλοι πρόσεξαν την πιο δραματική λεπτομέρεια της κηδείας του Ιωάννου, που θα μείνει στα χρονικά. Ήταν ένα από τα 80 στέφανα. Και πάνω του μια άσπρη κορδέλα, που έγραφε με γράμματα λιλά: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΙ Ο ΓΥΙΟΣ ΤΟΥ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΟΥΛΟΥ. Πριν από 21 χρόνια ο Λύσανδρος Δικαιόπουλος, οπισθοφύλακας του Παναθηναϊκού, είχε βρει τον ίδιο θάνατο με τον Ιωάννου, στο γήπεδο.»

Το πάθος για την φανέλα ήταν φοβερό. Οι ποδοσφαιριστές ήταν πριν απ'  όλα οι πιο φανατικοί οπαδοί της ομάδας τους. Κι αυτό είχε σοβαρές επιπτώσεις, κυρίως στους... διαιτητές.
 
Γενικοί ξυλοδαρμοί

Στην εποχή της φανέλας το αγωνιστικό πνεύμα είναι ασυγκράτητο μέχρι... βιαιοπραγίας. Οι παίχτες αγνοούν τα σχόλια των καθωσπρέπει και επιδίδονται σε γενικούς ξυλοδαρμούς των αντιπάλων. Αποχωρούν αμέσως από το γήπεδο όταν νοιώθουν πως αδικούνται. Και δεν διστάζουν να ξυλοκοπούν ασύστολα τους διαιτητές, με συνηθέστερο θύμα τους τον τότε «πρύτανη» της ελληνικής διαιτησίας Κ. Γραμματικόπουλο.

Ακόμα και στις πρώτες μέρες της «βαλίτσας» διατηρείται το συνοικιακό πνεύμα της αγάπης για την φανέλα. Ο Σιδερής δεν θα διστάσει να κυνηγήσει με κλωτσιές τον Τζουνάκο κι έναν οπαδό του Παναθηναϊκού μέσα στο γήπεδο Καραϊσκάκη τον Μάρτιο του 1963.

Τα επεισόδια ήταν μία αυθόρμητη αντίδραση των παικτών στις διακυμάνσεις του αγώνα και δεν είχαν καμμία σχέση με τις οργανωμένες βιαιότητες των σημερινών χουλιγκάνων. Οι ποδοσφαιριστές -το ξαναλέμε- ήταν οι οπαδοί της ομάδας μέσα στο γήπεδο.

1990. Η «εποχή της φανέλας» βρίσκεται μόνο μέσα στις καρδιές των παλαιών φιλάθλων. Σήμερα κυριαρχεί απόλυτα η «βαλίτσα»...


Δημοσιεύθηκε το 1990 στην εφημερίδα Επικαιρότητα                                       

Δεν υπάρχουν σχόλια: