Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Απόκριες στην Αμοργό

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό"explore NATURE" (τεύχος Φεβρουαρίου 2010)
της εφημερίδας «Έθνος


Εδώ στην ανατολικότερη άκρη των Κυκλάδων, δηλαδή στην Αμοργό, η άνοιξη έρχεται νωρίς. Ολόκληρο το νησί είναι ντυμένο στα πράσινα. Οι ανεμώνες σχηματίζουν μεγάλα χαλιά στα παλιά χωράφια. Τριάντα είδη με άγριες ορχιδέες ξεμυτίζουν μέσα από τα φρύγανα. Ο καιρός γυρίζει σε νοτιά, ξεσπάνε δυνατές σοροκάδες στις νότιες ακτές του «απέραντου γαλάζιου» αλλά δεν λείπουν και οι μέρες που η θάλασσα είναι μία απέραντη λαδιά.

Θα μπορούσε να ήταν η πρώιμη άνοιξη που ξεσηκώνει τους Αμοργιανούς σε συνεχή αποκριάτικα γλέντια και χορούς. Στην πραγματικότητα είναι η βαθιά παράδοση, που οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότητα, που οδηγεί το νησί να ζει με ένταση τις Αποκριές και να συνεχίζει τα παλιά έθιμα και τους παλιούς μουσικούς δρόμους της Αμοργού. Υπάρχει άλλωστε και ειδικός «αποκριανός σκοπός» που παίζεται μόνο στην περίοδο των Αποκριών και ο οποίος παροτρύνει:

Γλεντάτε να γλεντήσουμε
τα τρυφερά μας νιάτα
γιατί θε’ να ‘ρθει ένας καιρός
να τα σκεπάσει η πλάκα.

Τελευταίο αποκριάτικο Σαββατόβραδο στην Χώρα της Αμοργού. Το φωτισμένο κάστρο φυλάει πάντοτε την βυζαντινή πολιτεία και από τον λόφο με τους ανεμόμυλους ακούγεται η φωνή ενός γκιώνη. Η πόρτα της «παραδοσιακής ταβέρνα ο Λεωνίδας» ανοίγει κι αφήνει να γλιστρήσουν μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά μουσικές και φωνές. Το αποκριάτικο γλέντι έχει φορτσάρει και ο απόηχος των αποκριάτικων τραγουδιών σκορπίζεται στα σοκάκια της καστροπολιτείας.

Δώστε του παιδιά κι ας πάει
τούτ’ η γη θε’ να μας φάει


Στην Αμοργό τα αποκριάτικα γλέντια και έθιμα συνεχίζουν να γίνονται με την ίδια ένταση, όπως και πριν αιώνες. Οι παραδόσεις του νησιού έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα, όπως φαίνεται από τις έμμεσες πληροφορίες που μας δίνουν οι πολλές επιγραφές που έχουν βρεθεί στις αρχαίες πόλεις του νησιού: Μινώα, Αρκεσίνη και Αιγιάλη.

Στην βυζαντινή περίοδο και μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, στα δύο τρίτα του νησιού υπήρχε ένας μεγάλος οικισμός, το Κάστρο. Διάσπαρτοι ήταν πολλοί μικροί οικογενειακοί οικισμοί με λίγα σπίτια, τα «μινόρια», που τα κατοικούσαν στην περίοδο των γεωργικών εργασιών, ενώ τον υπόλοιπο καιρό οι οικογένειες κατοικούσαν στο Κάστρο.

Με την δημιουργία του ελληνικού κράτους και μετά το 1850, το Κάστρο μετονομάστηκε σε Χώρα και οι μικροί οικογενειακοί οικισμοί άρχισαν σταδιακά να κατοικούνται μονιμότερα, για να εξελιχθούν στους σημερινούς οικισμούς Κατάπολα, Ραχίδι, Ξυλοκερατίδι στα παραθαλάσσια και Βρούτση, Αρκεσίνη (ή Χωριό), Κολοφάνα και Καλοταρίτισσα στην Κάτω Μεριά. Την ίδια περίοδο επίσης άρχισαν να κατοικούνται από αμοργιανές οικογένειες τα νησιά Δονούσα, Κουφονήσι, Σχινούσα και Ηρακλειά.

Οι Αποκριές από πολύ παλιά ήταν μία περίοδος συνεχών γλεντιών με μασκαρέματα, χορούς και τραγούδια στα πολλά καφενεία που είχε η Χώρα. Ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα που έρχονταν και οι Χωραΐτες από τα μινόρια και τους άλλους μικρούς οικισμούς γινόταν χαμός.
Ο ρόλος της Χώρας ως ασφαλούς καταφυγίου μπορεί σταδιακά να ατόνησε, η Χώρα όμως παρέμεινε το αστικό κέντρο του νησιού. Παρά την πληθυσμιακή της αφυδάτωση προς τα Κατάπολα, τα χωριά της Κάτω Μεριάς, τα νησιά των Μικρών Κυκλάδων και την ξενιτιά, η Χώρα συνέχισε και εξακολουθεί να είναι το κέντρο των αποκριάτικων γλεντιών. Η παράδοση αυτή είναι πολύ ισχυρή και δεν είναι λίγοι οι ξενιτεμένοι Χωραΐτες που γυρνάνε πίσω, όταν μπορούν, για να συμμετάσχουν στα γλέντια της τελευταίας Αποκριάς.

Στην «παραδοσιακή ταβέρνα» του Λεωνίδα οι μάσκαροι (όπως λέγονται στην ντοπιολαλιά οι μασκαράδες) έχουν ξεσηκωθεί από τους ήχους του βιολιού. Με ένα σεντόνι γίνεται ένας μάσκαρος φάντασμα. Με μια κουρελού γίνεται ένας μάσκαρος μεξικάνος. Οι παλιές τεχνικές συνδυάζονται με μοντέρνες περούκες και μάσκες. Εκτός από τις μεταμφιέσεις των μάσκαρων, μία παλιά συνήθεια που τηρείται απαρέγκλιτα θέλει όλους τους γλεντοκόπους, άντρες και γυναίκες, να προσθέτουν στα πρόσωπά τους με κάρβουνο τεράστια μουστάκια, ζωγραφιστά γένια και άλλα σχήματα. Τελευταία έχουν προστεθεί και τα πειρατικά καπέλα, ίσως γιατί μερικοί Χωραΐτες θυμούνται το πειρατικό και κουρσάρικο παρελθόν των προγόνων τους. Υπάρχει και μια αποκριάτικη πειρατική ιστορία.

Ένας από τους Αμοργινούς πειρατές που δρούσαν μέχρι και το 1900 ήταν ο Κατίγκος από την Χώρα, που το κρησφύγετο του ήταν στο Κουφονήσι. Το Κατίγκος ήταν παρατσούκλι και από τον πατέρα πέρασε στον γιό, επίσης πειρατή. Μέχρι το 1913 η Αμοργός ήταν το ανατολικότερο σύνορο της Ελλάδας, όπως και μέχρι το 1945 σε σχέση με τα Δωδεκάνησα. Το αποτέλεσμα ήταν η Αμοργός και τα νησιά της να γίνουν κέντρα λαθρεμπορίου. Το αποτέλεσμα ήταν «όλα τα κρίματα του νησιού να τα έχουν φορτώσει στον Κατίγκο και οι χωροφύλακες να τον κυνηγάνε με μανία για να τον συλλάβουν», όπως διηγούνταν οι παλιοί Χωραΐτες.

Είμαστε λοιπόν γύρω στο 1900 στην Χώρα και είναι η Κυριακή των Απόκρεω. Ο αστυνόμος της Αμοργού που έμενε στην Χώρα με την οικογένειά τους, αποφάσισε να κάνει ένα αποκριάτικο γλέντι στο σπίτι του και κάλεσε πολλούς Χωραΐτες για να διασκεδάσουν. Το ΄μαθε ο Κατίγκος (γιός) και αποφάσισε να πάει στο αποκριάτικο γλέντι του αστυνόμου. Ντύθηκε γυναίκα και πήγε. Και όχι μόνο πήγε αλλά χόρευε συνέχεια με τον αστυνόμο και του την έπεσε κανονικά. Αργά τη νύχτα ο αστυνόμος ήταν απόλυτα βέβαιος ότι είχε κατακτήσει τη νεαρή κοπέλα. Το ξημέρωμα ετοιμάστηκε να ξεπορτίσει από την γυναίκα του, άνοιξε το ραβασάκι που του είχε δώσει η κοπέλα για το μέρος του ραντεβού και έπεσε από τα σύννεφα. Το ραβασάκι υπέγραφε ο Κατίγκος.

Για καιρό γέλαγε η Χώρα με το πάθημα του αστυνόμου, ενώ και τώρα όλο και κάποιος Χωραΐτης θα βρεθεί να διηγηθεί την ιστορία του Κατίγκου σε μιαν ανάπαυλα του αποκριάτικου γλεντιού.

Αν στην Χώρα τα αποκριάτικα γλέντια γίνονται αυθόρμητα, στην δεύτερη μεγάλη περιφέρεια της Αμοργού, την Αιγιάλη, οι Αποκριές γίνονται στην βάση ενός πολύ αρχαίου εθίμου που ονομάζεται «Καπετάνιος».

Η Αιγιάλη διατηρεί το αρχαίο της όνομα, που το πήρε από την τεράστια αμμουδιά της, τον Αιγιαλό (γιαλό). Σε αντίθεση με την οικιστική πολυδιάσπαση της περιφέρειας Χώρας, η Αιγιάλη ήταν οργανωμένη από παλιά σε δύο οικισμούς, την Λαγκάδα και τα Θολάρια, στους οποίους προστέθηκε αργότερα ο Ποταμός και μετά το 1960 ο Όρμος. Μέχρι την δεκαετία του 1970 η Αιιγάλη ήταν σχετικά απομονωμένη. Από το 1980 και μετά άρχισε η τουριστική της ανάπτυξη και μόλις πριν 6-7 χρόνια συνδέθηκε με το υπόλοιπο νησί με ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Αυτή η σχετική της απομόνωση είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθούν στα χωριά της Αιγιάλης μερικά πολύ αρχαία έθιμα, όπως είναι το παιχνίδι «μπάλες» (εθνικό παιχνίδι των Γάλλων με την ονομασία πετάνκ), το παιχνίδι «μπίλιοι» (αρχαία μορφή του μπόουλινγκ) και το αποκριάτικο έθιμο του Καπετάνιου.

Είναι λοιπόν τελευταία αποκριάτικη Κυριακή της Τυρινής και βρισκόμαστε στην Λαγκάδα της Αιγιάλης. Παίρνουμε το μονοπάτι και πάμε ποδαράτοι στην Παναγία την Επανοχωριανή. Απέναντι από την εκκλησία είναι ένα οίκημα, που λειτουργεί ως καφενείο μόνον αυτή την μέρα. Απ’ έξω είναι συγκεντρωμένοι οι άντρες του χωριού. Πίνουν κρασί και ρακές με μεζέ γόπες τηγανητές, τραγουδάνε και χορεύουν με βιολιά και λαούτα. Κυριαρχεί ο «αποκριανός σκοπός» που στιχάκια σαν κι αυτά:


Τούτες οι μέρες το ΄χουνε
Τούτες οι εβδομάδες
Να τραγουδάνε τα παιδιά
Να χαίρονται οι μανάδες.

Κάποια στιγμή όλοι οι άντρες μαζεύονται γύρω από τον παπά του χωριού. Ο παπάς πετάει στον αέρα τον ζουμπέ του (είδος εξωτερικού ράσου). Όποιος άντρας τον πιάσει θα γίνει αρχηγός του αποκριάτικου γλεντιού και θα ονομαστεί Καπετάνιος. Αφού βγει ο Καπετάνιος, ορίζεται ο συνοδός φύλακας του που ονομάζεται «Μπαϊρακτάρης».

Καπετάνιος και Μπαϊρακτάρης οδηγούνται στο καφενείο για να ντυθούν αποκριάτικα. Δεν μασκαρεύονται. Ο Καπετάνιος ντύνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει φουστανελά καπετάνιο ενώ όλοι βάζουν χιαστί στο στήθος ή κρεμάνε από την μέση διάφορες χρωματιστές κορδέλες. Αυτός ο γενικός στολισμός παραπέμπει κατευθείαν σε αρχαία έθιμα, όπως διαπιστώνουμε από τις αρχαίες αγγειογραφίες που εικονίζουν νέους σε γιορτές να είναι στολισμένοι με χρωματιστές κορδέλες,

Ο Μπαϊρακτάρης παίρνει ένα κοντάρι και καρφώνει στην κορφή του ένα διπλό ψωμί κι ένα κεφάλι τυρί. Κρεμάει επίσης ένα φύλλο με ξερό μπακαλιάρο και στολίζει το κοντάρι με τις χρωματιστές κορδέλες.
Στη συνέχεια σχηματίζεται η αποκριάτικη πομπή. Μπροστά μπαίνει ο Μπαϊρακτάρης με τα αποκριάτικά σύμβολα της ημέρας πάνω στο κοντάρι του. Ακολουθούν οι μουσικοί με βιολιά και λαούτα, ο Καπετάνιος καβάλα σ’ ένα στολισμένο άλογο με δίπλα τους φίλους του και έπεται οι υπόλοιποι.

Στην είσοδο της Λαγκάδας την αντρική πομπή περιμένουν οι νέες του χωριού. Όλοι μαζί κάνουν τον γύρο της Λαγκάδας μέσα από τα στενοσόκακα και καταλήγουν στην πλατεία (λόζα), στην είσοδο του οικισμού. Στην πλατεία οι φίλοι του Καπετάνιου του κάνουν τρεις γρήγορες βόλτα πάνω στο άλογο, ώστε να τον καμαρώσουν όλοι. Ο Καπετάνιος ξεπεζεύει και πηγαίνει στις νέες του χωριού που έχουν σχηματίσει μια σειρά. Λέει σε όλες διάφορα επαινετικά σχόλια ή μαντινάδες και διαλέγει μία που γίνεται η Καπετάνισσά του.

Καπετάνιος και Καπετάνισσα αρχίζουν να σέρνουν τον χορό με τη σειρά των σκοπών και την τάξη που ορίζουν οι παλιές συνήθειες της Αμοργού. Αρχίζει το τελευταίο αποκριάτικο γλέντι που κρατάει στην πλατεία μέχρι το βράδυ και συνεχίζεται μέχρι το ξημέρωμα στις ταβέρνες της Λαγκάδας.

Το αποκριάτικο έθιμο του Καπετάνιου έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα, με τις απαραίτητες προσαρμογές στο πέρασμα των χρόνων. Μια νεότερη προσθήκη είναι το κρέμασμα του μπακαλιάρου στο κοντάρι της αποκριάτικης πομπής. Η τελευταία προσαρμογή είναι η ανακήρυξη του Καπετάνιου δεν γίνεται από τον παπά του χωριού αλλά από την συντροφιά. Τα τελευταία χρόνια το δρώμενο του Καπετάνιου γίνεται με την φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου «Κρίκελος» της Αιγιάλης.
Κυριακή της Τυρινής στην Λαγκάδα της Αμοργού. Τα βιολιά έχουν ανάψει κι ο αποκριανός σκοπός συνεχίζει να υπενθυμίζει:

Περάσαν οι Απόκριες
πάνε κι οι τυρινάδες
κι ήρθε η Αγιά Σαρακοστή
με τις πολλές βδομάδες.
Δώστε του παιδιά κι ας πάει
τούτ’ η γη θε’ να μας φάει.