Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Ένα «φονικό δράμα» στα Εξάρχεια του 1898

Πριν από 110 χρόνια μια δολοφονία συγκλονίζει την μικρή τότε Αθήνα. Ο βουλευτής Τυρνάβου Θεοδόσιος Λυμπρίτης, εν ενεργεία συνταγματάρχης του Μηχανικού, πυροβολεί και σκοτώνει στα Εξάρχεια τον δεκανέα του Ιππικού Κωνσταντίνο Χρύση, 22 ετών. Κατά σύμπτωση η δολοφονία εκείνη, συνέβη στους ίδιους δρόμους που δολοφονήθηκε ο 15άχρονος Αλέξης, ο άδικος θάνατος του οποίου ξεσηκώνει ακόμα του μαθητές σ’ όλη την χώρα.


Το φονικό συνέβη στις 21 Αυγούστου 1898 (με το παλιό ημερολόγιο). Την εποχή εκείνη τα Εξάρχεια ήταν μία εκλεκτή συνοικία της Αθήνας, στην οποία κατοικούσαν μεγαλοαστοί και διανοούμενοι. Ένας τέτοιος μεγαλοαστός ήταν ο δολοφόνος συνταγματάρχης Θ. Λυμπρίτης, που ήταν ταυτόχρονα και βουλευτής, γιατί το 1898 δεν υπήρχε ασυμβίβαστο μεταξύ της βουλευτικής και της στρατιωτικής ιδιότητας.


Το φονικό ήταν αποτέλεσμα παρεξήγησης, όπως φαίνεται από τους μάρτυρες του περιστατικού. Ο νεαρός δεκανέας Κ. Χρύσης είχε χάσει πριν τρεις μέρες την 18άχρονη αδελφή του. Ας δούμε τη συνέχεια από τις μαρτυρίες που δημοσίευσαν τα ρεπορτάζ της εποχής.


Αυτόπτης μάρτυρας


Ο Νικόλαος Αριστάρχης μαζί με τον γιατρό Αρ. Σοφιανό και τον ανθυπολοχαγό πεζικού Λάζαρο Βουσάκη είχαν πάει στο σπίτι του δολοφονηθέντος Κ. Χρύση για να παρηγορήσουν την μητέρα της οικογένειας Χρύση για τον χαμό της 18άχρονης θυγατέρας της. Για τα όσα ακολούθησαν ο Ν. Αριστάρχης διηγείται:


«Γύρω στις 11.30 τη νύχτα βγήκαμε από την οικία της οικογένειας Χρύση, που βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλέους. Έξω από το μπακάλικο του Τσαγκανά συναντήσαμε τον φονευθέντα δεκανέα Κώστα Χρύση, που φαινόταν πολύ μεθυσμένος. Του είπαμε να επιστρέψει στον στρατώνα του, όπου είχε υπηρεσία αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ο αδελφός του, που ήταν μαζί μας, είπε στον ανθυπολοχαγό Λ. Βουσάκη να τον διατάξει να πάει στον στρατώνα. Ο Βουσάκης πράγματι του έδωσε διαταγή με αυστηρό ύφος και ο δεκανέας Χρύσης υπάκουσε και κατευθύνθηκε προς τον στρατώνα από την οδό Οικονόμου. Τον ακολουθούσε από κοντά ο Βουσάκης, κρατώντας από το χέρι κι εμείς πιο πίσω στα είκοσι βήματα. Όταν ο Χρύσης έφτασε στην διασταύρωση των οδών Τοσίτσα και Οικονόμου, κατόρθωσε να ξεφύγει από τα χέρια του Βουσάκη κι έφυγε τρέχοντας προς την οδό Ερεσσού.


«Μόλις είδα το περιστατικό, είπα στα υπόλοιπα μέλη της παρέας να επιστρέψουμε πίσω και να μπούμε στην οδό Ερεσσού από το κάτω μέρος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον Χρύση και θα τον εμποδίζαμε να διαφύγει. Πράγματι, τρέξαμε και πρώτος μπήκα εγώ στην οδό Ερεσσού. Μπαίνοντας αντίκρισα δυο σκιές, του Λυμπρίτη και του Χρύση. Δεν πρόφθασα να κάνω δύο βήματα και άκουσα τον πυροβολισμό. Στη συνέχεια είδα τον Χρύση να πέφτει χάμω. Αμέσως μετά είδα τον Λυμπρίτη να μπαίνει στο σπίτι του, που ήταν εκεί κοντά, και σε λίγο να εμφανίζεται στο μπαλκόνι του.


«Στο μεταξύ κατέφθασε κι ο αδελφός του νεκρού, ο ανθυπίλαρχος Ε. Χρύσης, ο οποίος έβαλε τις φωνές. Τον άκουσε ο κ. Λυμπρίτης και πάνω από από το μπαλκόνι που ήταν του φώναξε: «Ανθυπίλαρχε, είμαι ο Λυμπρίτης, συνταγματάρχης του Μηχανικού, εγώ τον σκότωσα».


Η διήγηση του δολοφόνου


Στις 23 Αυγούστου τα ρεπορτάζ που δημοσιεύονται διευκρινίζουν ότι δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας στο «φονικό δράμα» των Εξαρχείων. Οι φίλοι της οικογένειας Χρύση δεν είχαν προλάβει να μπουν στην οδό Ερεσσού, ενώ ο ανθυπολοχαγός Βουσάκης έκανε… την ανάγκη του στη οδό Τοσίτσα. Μερικοί Εξαρχειώτες είπαν ότι άκουσαν τον βουλευτή, συνταγματάρχη Λαμπρίτη, που ήταν ντυμένος πολιτικά να κάνει αυστηρές συστάσεις στον Χρύση για την κατάστασή του, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε σύγκρουση. Πάντως ο δολοφόνος, βουλευτής Λαμπρίτης, έδωσε συνέντευξη στους δημοσιογράφους για το «φονικό δράμα» και διηγήθηκε τα εξής:


«Επέστρεφα στην οικία γύρω στις 11.30 τη νύχτα. Ενώ βρισκόμουν κοντά στο σπίτι, άκουσα κάποιον να μου φωνάζει: «Πίσω κουφάλα, μην προχωρείς». Νόμιζα στην αρχή ότι η φράση δεν απευθυνόταν σε μένα, αλλά αμέσως μετά είδα έναν δεκανέα του Ιππικού να με πλησιάζει με αεπιλητικές διαθέσεις και να μου λέει: «Πίσω σου λέ, π…τη, μην προχωρείς». Υπέθεσα ότι ο άγνωστος οπλίτης ήταν αποσπασμένος στην αστυνομία και φρουρούσε τον χώρο. Του είπα λοιπόν, «άφησε με ήσυχο, πηγαίνω στο σπίτι μου, είναι αυτό εδώ που βλέπεις».


«Όμως ο δεκανέας με πλησίασε περισσότερο κι έγινε πιο απειλητικός. Ύψωσα τότε την λεπτή ράβδο που κρατούσα και προσπάθησα να τον απωθήσω, αλλά αυτός εξακολουθούσε να έρχεται προς εμένα. Αναγκάσθηκα να υποχωρήσω 15 βήματα. Ο δεκανέας προσπάθησε να βγάλει το ξίφος του. Είμαστε τόσο κοντά, ώστε αν τον έβγαζε, θα με χτυπούσε οπωσδήποτε.
Τότε έβγαλα το περίστροφό μου, το ύψωσα και του είπα: «Φύγε, γιατί θα σε χτυπήσω». Ο δεκανέας όμως συνέχιζε να με απειλεί. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος λύσεως και πυροβόλησα. Ο δεκανέας έπεσε κάτω. Μόλις τον είδα πεσμένο, ταράχτηκα πολύ κι άρχισα να συνέρχομαι. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας άγνωστος, ο οποίος ήταν ο ανθυπολοχαγός πεζικού κ. Βουσάκης, όπως μου είπαν αργότερα και του είπα «κάνε πίσω, είμαι ο συνταγματάρχης Λαμπρίτης».


Μπήκα στο σπίτι μου εις άκρον τεταραγμένος και περίμενα την εξουσία για να δώσω λόγο. Σημειωτέον δεν εγνώριζα ότι ο δεκανέας πέθανε. Την στιγμή εκείνη κατέφθασε ένας ανθυπίλαρχος, ο οποίος αγκάλιασε το σώμα του δεκανέα και φώναζε εναντίον μου. Τότε βγήκα στο μπαλκόνι και είπα προς αυτόν: «Κύριε ανθυπίλαρχε, μη κραυγάζετε, έπραξα το καθήκον μου, αμυνθείς υπέρ της ζωής μου».


Ο βουλευτής Τυρνάβου Θεοδόσιος Λυμπρίτης, συνταγματάρχης του Μηχανικού, παραδόθηκε στην αστυνομία, η οποία του επέτρεψε να παραμείνει υπό φρούρηση στο σπίτι του, μέχρις ότου ο αρμόδιος ανακριτής αποφασίσει αν θα προφυλακιστεί.


Η συνέχεια του «φονικού δράματος» των Εξαρχείων του 1898 είναι αποκαλυπτική. Άρχισε ένα γαϊτανάκι αν ο Λυμπρίτης ήταν κανονικός βουλευτής ή βουλευτής εκ στρατιωτικών. Αν πρέπει να τον δικάσει η ποινική ή η στρατιωτική δικαιοσύνη. Τελικά η δίκη του έγινε τον Οκτώβριο του 1898 στο Α’ Στρατοδικείο. Η απόφαση βγήκε στις 21 Οκτωβρίου 1898. Με ψήφους 4-1 ο Λυμπρίτης κηρύχτηκε αθώος. Τα επόμενα χρόνια βγήκε πολλές φορές βουλευτής.


Συμπέρασμα; Η κατάληξη των «φονικών δραμάτων» στα Εξάρχεια είναι γνωστή από το 1898…








Έκθεσις του αστυνόμου της καταδιώξεως


Λαμβάνω την τιμήν να αναναφέρω ότι χθες περί ώρα 11 ½ της νυκτός επληροφορήθην ότι κατά τα Εξάρχεια της συνοικίας Νεαπόλεως εφονεύθη δεκανεύς τις. Έσπευσα πάραυτα εκεί, ένθα έμαθον ότι ο δεκανεύς του 1ου ιππικού συντάγματος Κ. Χρύσης εν μέθη διατελών, συνηντήθη περί ώραν 11 και ¼ της νυκτός εις την γωνίαν της οδού Ερεσσού μετά του συνταγματάρχου του μηχανικού και βουλευτού Τυρνάβου κ. Θοδοσ. Λυμπρίτου. Ο ανωτέρω δεκανεύς εσταμάτησε τον κ. Θ. Λυμπρίτην και τω είπε «πίσω, φύγ’ απ’ εδώ» και συγχρόνως υψωσεν την σπάθην μετά του κολεού και απεπειράθη να επιτεθή κατ’ αυτού, οπότε ο κ. Λυμπρίτης ηναγκάσθη να υποχωρήση υψών την ράβδον του.


Αλλ΄επειδή ο δεκανεύς Χρύσης εξηκολούθει επιτιθέμενος κατά τον ανωτέρω τρόπον, ηναγκάσθη ο κ. Λυμπρίτης να πυροβολήση κατ’ αυτού δια περιστρόφου, η δε σφαίρα, επιτυχούσα αυτόν κατά το στήθος, επέφερε μετ’ ολίγας στιγμάς τον θάνατον. Ο νεκρός μετεφέρθη εις τους στρατώνας του ιππικού και εκείθεν εις τον στρατιωτικόν νοσοκομείον. Καθ’ ην στιγμήν ο κ. Λυμπρίτης συνυντήθη μετά του φονευθέντος δεκανέως, επέστρεφεν εις την οικίαν του φέρων ιδιωτικήν ενδυμασίαν. Τον φονεύσαντα τον δεκανέα συνταγματάρχην κ. Λυμπρίτην, ωδηγήσαμεν μετά του κ. φρουράρχου Αθηνών εκ της οικίας του εις τα φυλακάς των αξιωματικών, ένθα και εφυλακίσθη. Των ανακρίσεων επελήφθη το ενταύθα φρουραρχείον


Μετά της προσηκούσης τιμής
Κ. Τσολάκος,
αστυνόμος της καταδιώξεως





Κύριο άρθρο: «Ο φόνος του ρεβόλβερ



Νομίζομεν ότι πολύ σπεύδουν οι συνάδελφοι εκείνοι, οίτινες επί του προχθεσινού αιματηρού οράματος εκδίδουν αποφάσεις είτε καταδικαστικάς, είτε αθωωτικάς διά τον κ. Λυμπρίτην. Το δικαίωμα αυτό δεν ανετέθη εις την δημοσιογραφίαν, αλλ’ εις την δικαιοσύνην της πατρίδος μας. Αυτή επελήφθη της υποθέσεως, θα μελετήση τα πραγματικά γεγονότα, θα εξετάση την στάσιν του παθόντος και του αδικήσαντος κατά την ώρα του εγκλήματος, είμεθα δε πεπεισμένοι ότι και θα εκφέρη ετυμηγορίαν μη προσκρούουσαν εις το δίκαιον, μη δυναμένην να παρεξηγηθή ως εκ της κοινωνικής θέσεως του φονεύσαντος συνταγματάρχου.


Αλλ’ εάν δεν έχη το δικαίωμα τούτο ο τύπος, έχει όμως εν άλλο δικαίωμα. Εν τω προσώπω του οπλοφορούντος συνταγματάρχου κ. Λυμπρίτου να ρίψη κραυγήν οξυτάτην κατά της οπλοφορίας, ήτις βασιλεύει ενταύθα.


Πρέπει νόμος αυστηρός να ψηφισθή ως τάχιστα διά την οπλοφορίαν, πρέπει αι αστυνομικαί διατάξεις κατ’ αυτής να ισχύσουν μετά παραδειγματικής αυστηρότητος.


Ημείς δεν θέλομεν ν’ αρνηθώμεν, ότι ο κ. Λυμπρίτης υπό περιστάσεις ανεξαρτήτους όλως της θελήσεως του εξετέλεσε την ανθρωποκτονίαν, αλλά πως ανώτερος αξιωματικός εκ των μάλλον ανεπτυγμένων, πως βουλευτής και σοβαρός άνθρωπος περιτρέχει τας οδούς της πρωτευούσης, έχων εις τα θυλάκιά του ρεβόλβερ περικλείον πέντε ή εξ θανάτους; Έχει εχθρούς ο κ. Λυμπρίτης! Αλλά τις δεν έχει εχθρούς; Επομένως όλοι πρέπει να έχωμεν από εν ρεβόλβερ και να περιτρέχωμεν τας πλατείας! Με το ρεβόλβερ να πηγαίνωμεν εις τας ξενοδοχεία μας, με το ρεβόλβερ εις τα καφενεία μας, εις τον περίπατόν μας! Αλλά τότε διατί να μη πυροβολώμεν χάριν διασκεδάσεως, διατί να μη επανέλθωμεν εις την ένδοξον εποχήν των περίφημων σ ε λ α χ ί ω ν, τα οποία ήσαν κινηταί οπλοθήκαι και μετά πολλής επιδείξεως περιφερόμεναι.


(εφημερίδα «Σκριπ», 24/08/1898)






Μια συνοικία που παραμένει ζωντανή


Τα Εξάρχεια δημιουργήθηκαν ως μια αστική συνοικία της Αθήνας, κάτω από τον λόγο του Στρέφη, με κέντρο την περίφημη πλατεία Εξαρχείων, στην συμβολή των οδών Θεμιστοκλέους και Στουρνάρη. Το όνομά της το πήρε από τον Έξαρχο, ένα μπακάλη με καταγωγή από την Ήπειρο που το παντοπωλείο του βρισκόταν στη γωνία Θεμιστοκλέους και Σολωμού. Στα Εξάρχεια, εκτός από τον Χαρίλαο Τρικούπη, κατοικούσαν και πολλοί σημαντικοί άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Τίμος Μωραϊτίνης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο σατιρικός δημοσιογράφος και ποιητής Γεώργιος Σουρής, ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης, ο γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης, ο Κάρολος Κουν.


Επί της πλατείας Εξαρχείων χτίστηκε πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η περίφημη «μπλε πολυκατοικία», σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και στην οποία κατοίκησαν η Σοφία Βέμπο, ο Αλέκος Σακελάριος και ο Λεωνίδας Κύρκος. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα Εξάρχεια ήταν μια πολύ ζωντανή αστική συνοικία με έντονη ζωή γύρω από την πλατεία Εξαρχείων, με θερινούς κινηματογράφους, ωραία ζαχαροπλαστεία, μεγάλα καφενεία και πολλές κοσμικές και λαϊκές ταβέρνες.


Τα Εξάρχεια παραμένουν μια ζωντανή περιοχή κατοικίας, σε αντίθεση με άλλες συνοικίες της Αθήνας που έχουν υποβαθμιστεί πλήρως κι έχουν μεταβληθεί σε γκέτο ξένων μεταναστών. Επιπλέον, μετά την μεταπολίτευση αποτελούν κέντρο τυπογραφείων, βιβλιοπωλείων, ιδεών και πολιτικής δράσης, σε στενή συνάφεια με τη ζωντάνια των φοιτητών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σφήνα» τον Δεκέμβριο του 2008 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Συνέβη στην Ελλάδα»