Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Απόκριες στην Αμοργό

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό"explore NATURE" (τεύχος Φεβρουαρίου 2010)
της εφημερίδας «Έθνος


Εδώ στην ανατολικότερη άκρη των Κυκλάδων, δηλαδή στην Αμοργό, η άνοιξη έρχεται νωρίς. Ολόκληρο το νησί είναι ντυμένο στα πράσινα. Οι ανεμώνες σχηματίζουν μεγάλα χαλιά στα παλιά χωράφια. Τριάντα είδη με άγριες ορχιδέες ξεμυτίζουν μέσα από τα φρύγανα. Ο καιρός γυρίζει σε νοτιά, ξεσπάνε δυνατές σοροκάδες στις νότιες ακτές του «απέραντου γαλάζιου» αλλά δεν λείπουν και οι μέρες που η θάλασσα είναι μία απέραντη λαδιά.

Θα μπορούσε να ήταν η πρώιμη άνοιξη που ξεσηκώνει τους Αμοργιανούς σε συνεχή αποκριάτικα γλέντια και χορούς. Στην πραγματικότητα είναι η βαθιά παράδοση, που οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότητα, που οδηγεί το νησί να ζει με ένταση τις Αποκριές και να συνεχίζει τα παλιά έθιμα και τους παλιούς μουσικούς δρόμους της Αμοργού. Υπάρχει άλλωστε και ειδικός «αποκριανός σκοπός» που παίζεται μόνο στην περίοδο των Αποκριών και ο οποίος παροτρύνει:

Γλεντάτε να γλεντήσουμε
τα τρυφερά μας νιάτα
γιατί θε’ να ‘ρθει ένας καιρός
να τα σκεπάσει η πλάκα.

Τελευταίο αποκριάτικο Σαββατόβραδο στην Χώρα της Αμοργού. Το φωτισμένο κάστρο φυλάει πάντοτε την βυζαντινή πολιτεία και από τον λόφο με τους ανεμόμυλους ακούγεται η φωνή ενός γκιώνη. Η πόρτα της «παραδοσιακής ταβέρνα ο Λεωνίδας» ανοίγει κι αφήνει να γλιστρήσουν μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά μουσικές και φωνές. Το αποκριάτικο γλέντι έχει φορτσάρει και ο απόηχος των αποκριάτικων τραγουδιών σκορπίζεται στα σοκάκια της καστροπολιτείας.

Δώστε του παιδιά κι ας πάει
τούτ’ η γη θε’ να μας φάει


Στην Αμοργό τα αποκριάτικα γλέντια και έθιμα συνεχίζουν να γίνονται με την ίδια ένταση, όπως και πριν αιώνες. Οι παραδόσεις του νησιού έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα, όπως φαίνεται από τις έμμεσες πληροφορίες που μας δίνουν οι πολλές επιγραφές που έχουν βρεθεί στις αρχαίες πόλεις του νησιού: Μινώα, Αρκεσίνη και Αιγιάλη.

Στην βυζαντινή περίοδο και μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, στα δύο τρίτα του νησιού υπήρχε ένας μεγάλος οικισμός, το Κάστρο. Διάσπαρτοι ήταν πολλοί μικροί οικογενειακοί οικισμοί με λίγα σπίτια, τα «μινόρια», που τα κατοικούσαν στην περίοδο των γεωργικών εργασιών, ενώ τον υπόλοιπο καιρό οι οικογένειες κατοικούσαν στο Κάστρο.

Με την δημιουργία του ελληνικού κράτους και μετά το 1850, το Κάστρο μετονομάστηκε σε Χώρα και οι μικροί οικογενειακοί οικισμοί άρχισαν σταδιακά να κατοικούνται μονιμότερα, για να εξελιχθούν στους σημερινούς οικισμούς Κατάπολα, Ραχίδι, Ξυλοκερατίδι στα παραθαλάσσια και Βρούτση, Αρκεσίνη (ή Χωριό), Κολοφάνα και Καλοταρίτισσα στην Κάτω Μεριά. Την ίδια περίοδο επίσης άρχισαν να κατοικούνται από αμοργιανές οικογένειες τα νησιά Δονούσα, Κουφονήσι, Σχινούσα και Ηρακλειά.

Οι Αποκριές από πολύ παλιά ήταν μία περίοδος συνεχών γλεντιών με μασκαρέματα, χορούς και τραγούδια στα πολλά καφενεία που είχε η Χώρα. Ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα που έρχονταν και οι Χωραΐτες από τα μινόρια και τους άλλους μικρούς οικισμούς γινόταν χαμός.
Ο ρόλος της Χώρας ως ασφαλούς καταφυγίου μπορεί σταδιακά να ατόνησε, η Χώρα όμως παρέμεινε το αστικό κέντρο του νησιού. Παρά την πληθυσμιακή της αφυδάτωση προς τα Κατάπολα, τα χωριά της Κάτω Μεριάς, τα νησιά των Μικρών Κυκλάδων και την ξενιτιά, η Χώρα συνέχισε και εξακολουθεί να είναι το κέντρο των αποκριάτικων γλεντιών. Η παράδοση αυτή είναι πολύ ισχυρή και δεν είναι λίγοι οι ξενιτεμένοι Χωραΐτες που γυρνάνε πίσω, όταν μπορούν, για να συμμετάσχουν στα γλέντια της τελευταίας Αποκριάς.

Στην «παραδοσιακή ταβέρνα» του Λεωνίδα οι μάσκαροι (όπως λέγονται στην ντοπιολαλιά οι μασκαράδες) έχουν ξεσηκωθεί από τους ήχους του βιολιού. Με ένα σεντόνι γίνεται ένας μάσκαρος φάντασμα. Με μια κουρελού γίνεται ένας μάσκαρος μεξικάνος. Οι παλιές τεχνικές συνδυάζονται με μοντέρνες περούκες και μάσκες. Εκτός από τις μεταμφιέσεις των μάσκαρων, μία παλιά συνήθεια που τηρείται απαρέγκλιτα θέλει όλους τους γλεντοκόπους, άντρες και γυναίκες, να προσθέτουν στα πρόσωπά τους με κάρβουνο τεράστια μουστάκια, ζωγραφιστά γένια και άλλα σχήματα. Τελευταία έχουν προστεθεί και τα πειρατικά καπέλα, ίσως γιατί μερικοί Χωραΐτες θυμούνται το πειρατικό και κουρσάρικο παρελθόν των προγόνων τους. Υπάρχει και μια αποκριάτικη πειρατική ιστορία.

Ένας από τους Αμοργινούς πειρατές που δρούσαν μέχρι και το 1900 ήταν ο Κατίγκος από την Χώρα, που το κρησφύγετο του ήταν στο Κουφονήσι. Το Κατίγκος ήταν παρατσούκλι και από τον πατέρα πέρασε στον γιό, επίσης πειρατή. Μέχρι το 1913 η Αμοργός ήταν το ανατολικότερο σύνορο της Ελλάδας, όπως και μέχρι το 1945 σε σχέση με τα Δωδεκάνησα. Το αποτέλεσμα ήταν η Αμοργός και τα νησιά της να γίνουν κέντρα λαθρεμπορίου. Το αποτέλεσμα ήταν «όλα τα κρίματα του νησιού να τα έχουν φορτώσει στον Κατίγκο και οι χωροφύλακες να τον κυνηγάνε με μανία για να τον συλλάβουν», όπως διηγούνταν οι παλιοί Χωραΐτες.

Είμαστε λοιπόν γύρω στο 1900 στην Χώρα και είναι η Κυριακή των Απόκρεω. Ο αστυνόμος της Αμοργού που έμενε στην Χώρα με την οικογένειά τους, αποφάσισε να κάνει ένα αποκριάτικο γλέντι στο σπίτι του και κάλεσε πολλούς Χωραΐτες για να διασκεδάσουν. Το ΄μαθε ο Κατίγκος (γιός) και αποφάσισε να πάει στο αποκριάτικο γλέντι του αστυνόμου. Ντύθηκε γυναίκα και πήγε. Και όχι μόνο πήγε αλλά χόρευε συνέχεια με τον αστυνόμο και του την έπεσε κανονικά. Αργά τη νύχτα ο αστυνόμος ήταν απόλυτα βέβαιος ότι είχε κατακτήσει τη νεαρή κοπέλα. Το ξημέρωμα ετοιμάστηκε να ξεπορτίσει από την γυναίκα του, άνοιξε το ραβασάκι που του είχε δώσει η κοπέλα για το μέρος του ραντεβού και έπεσε από τα σύννεφα. Το ραβασάκι υπέγραφε ο Κατίγκος.

Για καιρό γέλαγε η Χώρα με το πάθημα του αστυνόμου, ενώ και τώρα όλο και κάποιος Χωραΐτης θα βρεθεί να διηγηθεί την ιστορία του Κατίγκου σε μιαν ανάπαυλα του αποκριάτικου γλεντιού.

Αν στην Χώρα τα αποκριάτικα γλέντια γίνονται αυθόρμητα, στην δεύτερη μεγάλη περιφέρεια της Αμοργού, την Αιγιάλη, οι Αποκριές γίνονται στην βάση ενός πολύ αρχαίου εθίμου που ονομάζεται «Καπετάνιος».

Η Αιγιάλη διατηρεί το αρχαίο της όνομα, που το πήρε από την τεράστια αμμουδιά της, τον Αιγιαλό (γιαλό). Σε αντίθεση με την οικιστική πολυδιάσπαση της περιφέρειας Χώρας, η Αιγιάλη ήταν οργανωμένη από παλιά σε δύο οικισμούς, την Λαγκάδα και τα Θολάρια, στους οποίους προστέθηκε αργότερα ο Ποταμός και μετά το 1960 ο Όρμος. Μέχρι την δεκαετία του 1970 η Αιιγάλη ήταν σχετικά απομονωμένη. Από το 1980 και μετά άρχισε η τουριστική της ανάπτυξη και μόλις πριν 6-7 χρόνια συνδέθηκε με το υπόλοιπο νησί με ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Αυτή η σχετική της απομόνωση είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθούν στα χωριά της Αιγιάλης μερικά πολύ αρχαία έθιμα, όπως είναι το παιχνίδι «μπάλες» (εθνικό παιχνίδι των Γάλλων με την ονομασία πετάνκ), το παιχνίδι «μπίλιοι» (αρχαία μορφή του μπόουλινγκ) και το αποκριάτικο έθιμο του Καπετάνιου.

Είναι λοιπόν τελευταία αποκριάτικη Κυριακή της Τυρινής και βρισκόμαστε στην Λαγκάδα της Αιγιάλης. Παίρνουμε το μονοπάτι και πάμε ποδαράτοι στην Παναγία την Επανοχωριανή. Απέναντι από την εκκλησία είναι ένα οίκημα, που λειτουργεί ως καφενείο μόνον αυτή την μέρα. Απ’ έξω είναι συγκεντρωμένοι οι άντρες του χωριού. Πίνουν κρασί και ρακές με μεζέ γόπες τηγανητές, τραγουδάνε και χορεύουν με βιολιά και λαούτα. Κυριαρχεί ο «αποκριανός σκοπός» που στιχάκια σαν κι αυτά:


Τούτες οι μέρες το ΄χουνε
Τούτες οι εβδομάδες
Να τραγουδάνε τα παιδιά
Να χαίρονται οι μανάδες.

Κάποια στιγμή όλοι οι άντρες μαζεύονται γύρω από τον παπά του χωριού. Ο παπάς πετάει στον αέρα τον ζουμπέ του (είδος εξωτερικού ράσου). Όποιος άντρας τον πιάσει θα γίνει αρχηγός του αποκριάτικου γλεντιού και θα ονομαστεί Καπετάνιος. Αφού βγει ο Καπετάνιος, ορίζεται ο συνοδός φύλακας του που ονομάζεται «Μπαϊρακτάρης».

Καπετάνιος και Μπαϊρακτάρης οδηγούνται στο καφενείο για να ντυθούν αποκριάτικα. Δεν μασκαρεύονται. Ο Καπετάνιος ντύνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει φουστανελά καπετάνιο ενώ όλοι βάζουν χιαστί στο στήθος ή κρεμάνε από την μέση διάφορες χρωματιστές κορδέλες. Αυτός ο γενικός στολισμός παραπέμπει κατευθείαν σε αρχαία έθιμα, όπως διαπιστώνουμε από τις αρχαίες αγγειογραφίες που εικονίζουν νέους σε γιορτές να είναι στολισμένοι με χρωματιστές κορδέλες,

Ο Μπαϊρακτάρης παίρνει ένα κοντάρι και καρφώνει στην κορφή του ένα διπλό ψωμί κι ένα κεφάλι τυρί. Κρεμάει επίσης ένα φύλλο με ξερό μπακαλιάρο και στολίζει το κοντάρι με τις χρωματιστές κορδέλες.
Στη συνέχεια σχηματίζεται η αποκριάτικη πομπή. Μπροστά μπαίνει ο Μπαϊρακτάρης με τα αποκριάτικά σύμβολα της ημέρας πάνω στο κοντάρι του. Ακολουθούν οι μουσικοί με βιολιά και λαούτα, ο Καπετάνιος καβάλα σ’ ένα στολισμένο άλογο με δίπλα τους φίλους του και έπεται οι υπόλοιποι.

Στην είσοδο της Λαγκάδας την αντρική πομπή περιμένουν οι νέες του χωριού. Όλοι μαζί κάνουν τον γύρο της Λαγκάδας μέσα από τα στενοσόκακα και καταλήγουν στην πλατεία (λόζα), στην είσοδο του οικισμού. Στην πλατεία οι φίλοι του Καπετάνιου του κάνουν τρεις γρήγορες βόλτα πάνω στο άλογο, ώστε να τον καμαρώσουν όλοι. Ο Καπετάνιος ξεπεζεύει και πηγαίνει στις νέες του χωριού που έχουν σχηματίσει μια σειρά. Λέει σε όλες διάφορα επαινετικά σχόλια ή μαντινάδες και διαλέγει μία που γίνεται η Καπετάνισσά του.

Καπετάνιος και Καπετάνισσα αρχίζουν να σέρνουν τον χορό με τη σειρά των σκοπών και την τάξη που ορίζουν οι παλιές συνήθειες της Αμοργού. Αρχίζει το τελευταίο αποκριάτικο γλέντι που κρατάει στην πλατεία μέχρι το βράδυ και συνεχίζεται μέχρι το ξημέρωμα στις ταβέρνες της Λαγκάδας.

Το αποκριάτικο έθιμο του Καπετάνιου έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα, με τις απαραίτητες προσαρμογές στο πέρασμα των χρόνων. Μια νεότερη προσθήκη είναι το κρέμασμα του μπακαλιάρου στο κοντάρι της αποκριάτικης πομπής. Η τελευταία προσαρμογή είναι η ανακήρυξη του Καπετάνιου δεν γίνεται από τον παπά του χωριού αλλά από την συντροφιά. Τα τελευταία χρόνια το δρώμενο του Καπετάνιου γίνεται με την φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου «Κρίκελος» της Αιγιάλης.
Κυριακή της Τυρινής στην Λαγκάδα της Αμοργού. Τα βιολιά έχουν ανάψει κι ο αποκριανός σκοπός συνεχίζει να υπενθυμίζει:

Περάσαν οι Απόκριες
πάνε κι οι τυρινάδες
κι ήρθε η Αγιά Σαρακοστή
με τις πολλές βδομάδες.
Δώστε του παιδιά κι ας πάει
τούτ’ η γη θε’ να μας φάει.





Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Ένα «φονικό δράμα» στα Εξάρχεια του 1898

Πριν από 110 χρόνια μια δολοφονία συγκλονίζει την μικρή τότε Αθήνα. Ο βουλευτής Τυρνάβου Θεοδόσιος Λυμπρίτης, εν ενεργεία συνταγματάρχης του Μηχανικού, πυροβολεί και σκοτώνει στα Εξάρχεια τον δεκανέα του Ιππικού Κωνσταντίνο Χρύση, 22 ετών. Κατά σύμπτωση η δολοφονία εκείνη, συνέβη στους ίδιους δρόμους που δολοφονήθηκε ο 15άχρονος Αλέξης, ο άδικος θάνατος του οποίου ξεσηκώνει ακόμα του μαθητές σ’ όλη την χώρα.


Το φονικό συνέβη στις 21 Αυγούστου 1898 (με το παλιό ημερολόγιο). Την εποχή εκείνη τα Εξάρχεια ήταν μία εκλεκτή συνοικία της Αθήνας, στην οποία κατοικούσαν μεγαλοαστοί και διανοούμενοι. Ένας τέτοιος μεγαλοαστός ήταν ο δολοφόνος συνταγματάρχης Θ. Λυμπρίτης, που ήταν ταυτόχρονα και βουλευτής, γιατί το 1898 δεν υπήρχε ασυμβίβαστο μεταξύ της βουλευτικής και της στρατιωτικής ιδιότητας.


Το φονικό ήταν αποτέλεσμα παρεξήγησης, όπως φαίνεται από τους μάρτυρες του περιστατικού. Ο νεαρός δεκανέας Κ. Χρύσης είχε χάσει πριν τρεις μέρες την 18άχρονη αδελφή του. Ας δούμε τη συνέχεια από τις μαρτυρίες που δημοσίευσαν τα ρεπορτάζ της εποχής.


Αυτόπτης μάρτυρας


Ο Νικόλαος Αριστάρχης μαζί με τον γιατρό Αρ. Σοφιανό και τον ανθυπολοχαγό πεζικού Λάζαρο Βουσάκη είχαν πάει στο σπίτι του δολοφονηθέντος Κ. Χρύση για να παρηγορήσουν την μητέρα της οικογένειας Χρύση για τον χαμό της 18άχρονης θυγατέρας της. Για τα όσα ακολούθησαν ο Ν. Αριστάρχης διηγείται:


«Γύρω στις 11.30 τη νύχτα βγήκαμε από την οικία της οικογένειας Χρύση, που βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλέους. Έξω από το μπακάλικο του Τσαγκανά συναντήσαμε τον φονευθέντα δεκανέα Κώστα Χρύση, που φαινόταν πολύ μεθυσμένος. Του είπαμε να επιστρέψει στον στρατώνα του, όπου είχε υπηρεσία αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ο αδελφός του, που ήταν μαζί μας, είπε στον ανθυπολοχαγό Λ. Βουσάκη να τον διατάξει να πάει στον στρατώνα. Ο Βουσάκης πράγματι του έδωσε διαταγή με αυστηρό ύφος και ο δεκανέας Χρύσης υπάκουσε και κατευθύνθηκε προς τον στρατώνα από την οδό Οικονόμου. Τον ακολουθούσε από κοντά ο Βουσάκης, κρατώντας από το χέρι κι εμείς πιο πίσω στα είκοσι βήματα. Όταν ο Χρύσης έφτασε στην διασταύρωση των οδών Τοσίτσα και Οικονόμου, κατόρθωσε να ξεφύγει από τα χέρια του Βουσάκη κι έφυγε τρέχοντας προς την οδό Ερεσσού.


«Μόλις είδα το περιστατικό, είπα στα υπόλοιπα μέλη της παρέας να επιστρέψουμε πίσω και να μπούμε στην οδό Ερεσσού από το κάτω μέρος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον Χρύση και θα τον εμποδίζαμε να διαφύγει. Πράγματι, τρέξαμε και πρώτος μπήκα εγώ στην οδό Ερεσσού. Μπαίνοντας αντίκρισα δυο σκιές, του Λυμπρίτη και του Χρύση. Δεν πρόφθασα να κάνω δύο βήματα και άκουσα τον πυροβολισμό. Στη συνέχεια είδα τον Χρύση να πέφτει χάμω. Αμέσως μετά είδα τον Λυμπρίτη να μπαίνει στο σπίτι του, που ήταν εκεί κοντά, και σε λίγο να εμφανίζεται στο μπαλκόνι του.


«Στο μεταξύ κατέφθασε κι ο αδελφός του νεκρού, ο ανθυπίλαρχος Ε. Χρύσης, ο οποίος έβαλε τις φωνές. Τον άκουσε ο κ. Λυμπρίτης και πάνω από από το μπαλκόνι που ήταν του φώναξε: «Ανθυπίλαρχε, είμαι ο Λυμπρίτης, συνταγματάρχης του Μηχανικού, εγώ τον σκότωσα».


Η διήγηση του δολοφόνου


Στις 23 Αυγούστου τα ρεπορτάζ που δημοσιεύονται διευκρινίζουν ότι δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας στο «φονικό δράμα» των Εξαρχείων. Οι φίλοι της οικογένειας Χρύση δεν είχαν προλάβει να μπουν στην οδό Ερεσσού, ενώ ο ανθυπολοχαγός Βουσάκης έκανε… την ανάγκη του στη οδό Τοσίτσα. Μερικοί Εξαρχειώτες είπαν ότι άκουσαν τον βουλευτή, συνταγματάρχη Λαμπρίτη, που ήταν ντυμένος πολιτικά να κάνει αυστηρές συστάσεις στον Χρύση για την κατάστασή του, με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε σύγκρουση. Πάντως ο δολοφόνος, βουλευτής Λαμπρίτης, έδωσε συνέντευξη στους δημοσιογράφους για το «φονικό δράμα» και διηγήθηκε τα εξής:


«Επέστρεφα στην οικία γύρω στις 11.30 τη νύχτα. Ενώ βρισκόμουν κοντά στο σπίτι, άκουσα κάποιον να μου φωνάζει: «Πίσω κουφάλα, μην προχωρείς». Νόμιζα στην αρχή ότι η φράση δεν απευθυνόταν σε μένα, αλλά αμέσως μετά είδα έναν δεκανέα του Ιππικού να με πλησιάζει με αεπιλητικές διαθέσεις και να μου λέει: «Πίσω σου λέ, π…τη, μην προχωρείς». Υπέθεσα ότι ο άγνωστος οπλίτης ήταν αποσπασμένος στην αστυνομία και φρουρούσε τον χώρο. Του είπα λοιπόν, «άφησε με ήσυχο, πηγαίνω στο σπίτι μου, είναι αυτό εδώ που βλέπεις».


«Όμως ο δεκανέας με πλησίασε περισσότερο κι έγινε πιο απειλητικός. Ύψωσα τότε την λεπτή ράβδο που κρατούσα και προσπάθησα να τον απωθήσω, αλλά αυτός εξακολουθούσε να έρχεται προς εμένα. Αναγκάσθηκα να υποχωρήσω 15 βήματα. Ο δεκανέας προσπάθησε να βγάλει το ξίφος του. Είμαστε τόσο κοντά, ώστε αν τον έβγαζε, θα με χτυπούσε οπωσδήποτε.
Τότε έβγαλα το περίστροφό μου, το ύψωσα και του είπα: «Φύγε, γιατί θα σε χτυπήσω». Ο δεκανέας όμως συνέχιζε να με απειλεί. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος λύσεως και πυροβόλησα. Ο δεκανέας έπεσε κάτω. Μόλις τον είδα πεσμένο, ταράχτηκα πολύ κι άρχισα να συνέρχομαι. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας άγνωστος, ο οποίος ήταν ο ανθυπολοχαγός πεζικού κ. Βουσάκης, όπως μου είπαν αργότερα και του είπα «κάνε πίσω, είμαι ο συνταγματάρχης Λαμπρίτης».


Μπήκα στο σπίτι μου εις άκρον τεταραγμένος και περίμενα την εξουσία για να δώσω λόγο. Σημειωτέον δεν εγνώριζα ότι ο δεκανέας πέθανε. Την στιγμή εκείνη κατέφθασε ένας ανθυπίλαρχος, ο οποίος αγκάλιασε το σώμα του δεκανέα και φώναζε εναντίον μου. Τότε βγήκα στο μπαλκόνι και είπα προς αυτόν: «Κύριε ανθυπίλαρχε, μη κραυγάζετε, έπραξα το καθήκον μου, αμυνθείς υπέρ της ζωής μου».


Ο βουλευτής Τυρνάβου Θεοδόσιος Λυμπρίτης, συνταγματάρχης του Μηχανικού, παραδόθηκε στην αστυνομία, η οποία του επέτρεψε να παραμείνει υπό φρούρηση στο σπίτι του, μέχρις ότου ο αρμόδιος ανακριτής αποφασίσει αν θα προφυλακιστεί.


Η συνέχεια του «φονικού δράματος» των Εξαρχείων του 1898 είναι αποκαλυπτική. Άρχισε ένα γαϊτανάκι αν ο Λυμπρίτης ήταν κανονικός βουλευτής ή βουλευτής εκ στρατιωτικών. Αν πρέπει να τον δικάσει η ποινική ή η στρατιωτική δικαιοσύνη. Τελικά η δίκη του έγινε τον Οκτώβριο του 1898 στο Α’ Στρατοδικείο. Η απόφαση βγήκε στις 21 Οκτωβρίου 1898. Με ψήφους 4-1 ο Λυμπρίτης κηρύχτηκε αθώος. Τα επόμενα χρόνια βγήκε πολλές φορές βουλευτής.


Συμπέρασμα; Η κατάληξη των «φονικών δραμάτων» στα Εξάρχεια είναι γνωστή από το 1898…








Έκθεσις του αστυνόμου της καταδιώξεως


Λαμβάνω την τιμήν να αναναφέρω ότι χθες περί ώρα 11 ½ της νυκτός επληροφορήθην ότι κατά τα Εξάρχεια της συνοικίας Νεαπόλεως εφονεύθη δεκανεύς τις. Έσπευσα πάραυτα εκεί, ένθα έμαθον ότι ο δεκανεύς του 1ου ιππικού συντάγματος Κ. Χρύσης εν μέθη διατελών, συνηντήθη περί ώραν 11 και ¼ της νυκτός εις την γωνίαν της οδού Ερεσσού μετά του συνταγματάρχου του μηχανικού και βουλευτού Τυρνάβου κ. Θοδοσ. Λυμπρίτου. Ο ανωτέρω δεκανεύς εσταμάτησε τον κ. Θ. Λυμπρίτην και τω είπε «πίσω, φύγ’ απ’ εδώ» και συγχρόνως υψωσεν την σπάθην μετά του κολεού και απεπειράθη να επιτεθή κατ’ αυτού, οπότε ο κ. Λυμπρίτης ηναγκάσθη να υποχωρήση υψών την ράβδον του.


Αλλ΄επειδή ο δεκανεύς Χρύσης εξηκολούθει επιτιθέμενος κατά τον ανωτέρω τρόπον, ηναγκάσθη ο κ. Λυμπρίτης να πυροβολήση κατ’ αυτού δια περιστρόφου, η δε σφαίρα, επιτυχούσα αυτόν κατά το στήθος, επέφερε μετ’ ολίγας στιγμάς τον θάνατον. Ο νεκρός μετεφέρθη εις τους στρατώνας του ιππικού και εκείθεν εις τον στρατιωτικόν νοσοκομείον. Καθ’ ην στιγμήν ο κ. Λυμπρίτης συνυντήθη μετά του φονευθέντος δεκανέως, επέστρεφεν εις την οικίαν του φέρων ιδιωτικήν ενδυμασίαν. Τον φονεύσαντα τον δεκανέα συνταγματάρχην κ. Λυμπρίτην, ωδηγήσαμεν μετά του κ. φρουράρχου Αθηνών εκ της οικίας του εις τα φυλακάς των αξιωματικών, ένθα και εφυλακίσθη. Των ανακρίσεων επελήφθη το ενταύθα φρουραρχείον


Μετά της προσηκούσης τιμής
Κ. Τσολάκος,
αστυνόμος της καταδιώξεως





Κύριο άρθρο: «Ο φόνος του ρεβόλβερ



Νομίζομεν ότι πολύ σπεύδουν οι συνάδελφοι εκείνοι, οίτινες επί του προχθεσινού αιματηρού οράματος εκδίδουν αποφάσεις είτε καταδικαστικάς, είτε αθωωτικάς διά τον κ. Λυμπρίτην. Το δικαίωμα αυτό δεν ανετέθη εις την δημοσιογραφίαν, αλλ’ εις την δικαιοσύνην της πατρίδος μας. Αυτή επελήφθη της υποθέσεως, θα μελετήση τα πραγματικά γεγονότα, θα εξετάση την στάσιν του παθόντος και του αδικήσαντος κατά την ώρα του εγκλήματος, είμεθα δε πεπεισμένοι ότι και θα εκφέρη ετυμηγορίαν μη προσκρούουσαν εις το δίκαιον, μη δυναμένην να παρεξηγηθή ως εκ της κοινωνικής θέσεως του φονεύσαντος συνταγματάρχου.


Αλλ’ εάν δεν έχη το δικαίωμα τούτο ο τύπος, έχει όμως εν άλλο δικαίωμα. Εν τω προσώπω του οπλοφορούντος συνταγματάρχου κ. Λυμπρίτου να ρίψη κραυγήν οξυτάτην κατά της οπλοφορίας, ήτις βασιλεύει ενταύθα.


Πρέπει νόμος αυστηρός να ψηφισθή ως τάχιστα διά την οπλοφορίαν, πρέπει αι αστυνομικαί διατάξεις κατ’ αυτής να ισχύσουν μετά παραδειγματικής αυστηρότητος.


Ημείς δεν θέλομεν ν’ αρνηθώμεν, ότι ο κ. Λυμπρίτης υπό περιστάσεις ανεξαρτήτους όλως της θελήσεως του εξετέλεσε την ανθρωποκτονίαν, αλλά πως ανώτερος αξιωματικός εκ των μάλλον ανεπτυγμένων, πως βουλευτής και σοβαρός άνθρωπος περιτρέχει τας οδούς της πρωτευούσης, έχων εις τα θυλάκιά του ρεβόλβερ περικλείον πέντε ή εξ θανάτους; Έχει εχθρούς ο κ. Λυμπρίτης! Αλλά τις δεν έχει εχθρούς; Επομένως όλοι πρέπει να έχωμεν από εν ρεβόλβερ και να περιτρέχωμεν τας πλατείας! Με το ρεβόλβερ να πηγαίνωμεν εις τας ξενοδοχεία μας, με το ρεβόλβερ εις τα καφενεία μας, εις τον περίπατόν μας! Αλλά τότε διατί να μη πυροβολώμεν χάριν διασκεδάσεως, διατί να μη επανέλθωμεν εις την ένδοξον εποχήν των περίφημων σ ε λ α χ ί ω ν, τα οποία ήσαν κινηταί οπλοθήκαι και μετά πολλής επιδείξεως περιφερόμεναι.


(εφημερίδα «Σκριπ», 24/08/1898)






Μια συνοικία που παραμένει ζωντανή


Τα Εξάρχεια δημιουργήθηκαν ως μια αστική συνοικία της Αθήνας, κάτω από τον λόγο του Στρέφη, με κέντρο την περίφημη πλατεία Εξαρχείων, στην συμβολή των οδών Θεμιστοκλέους και Στουρνάρη. Το όνομά της το πήρε από τον Έξαρχο, ένα μπακάλη με καταγωγή από την Ήπειρο που το παντοπωλείο του βρισκόταν στη γωνία Θεμιστοκλέους και Σολωμού. Στα Εξάρχεια, εκτός από τον Χαρίλαο Τρικούπη, κατοικούσαν και πολλοί σημαντικοί άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Τίμος Μωραϊτίνης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο σατιρικός δημοσιογράφος και ποιητής Γεώργιος Σουρής, ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης, ο γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης, ο Κάρολος Κουν.


Επί της πλατείας Εξαρχείων χτίστηκε πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η περίφημη «μπλε πολυκατοικία», σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και στην οποία κατοίκησαν η Σοφία Βέμπο, ο Αλέκος Σακελάριος και ο Λεωνίδας Κύρκος. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα Εξάρχεια ήταν μια πολύ ζωντανή αστική συνοικία με έντονη ζωή γύρω από την πλατεία Εξαρχείων, με θερινούς κινηματογράφους, ωραία ζαχαροπλαστεία, μεγάλα καφενεία και πολλές κοσμικές και λαϊκές ταβέρνες.


Τα Εξάρχεια παραμένουν μια ζωντανή περιοχή κατοικίας, σε αντίθεση με άλλες συνοικίες της Αθήνας που έχουν υποβαθμιστεί πλήρως κι έχουν μεταβληθεί σε γκέτο ξένων μεταναστών. Επιπλέον, μετά την μεταπολίτευση αποτελούν κέντρο τυπογραφείων, βιβλιοπωλείων, ιδεών και πολιτικής δράσης, σε στενή συνάφεια με τη ζωντάνια των φοιτητών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σφήνα» τον Δεκέμβριο του 2008 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Συνέβη στην Ελλάδα»