Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Η άγρια ζωή στα καμένα της Αττικής

Fritillaria obliqua - μαύρη φριτιλάρια

Η μαύρη φριτιλάρια είναι ένα πολύ σπάνιο φυτό, γι’ αυτό και προστατεύεται από όλες τις διεθνείς συμβάσεις, τις ευρωπαϊκές οδηγίες και την ελληνική νομοθεσία. Περιλαμβάνεται στο «Κόκκινο Βιβλίο για τα Σπάνια και Απειλούμενα Φυτά της Ελλάδας». Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τις τουλίπες, μόνο που τα άνθη της βλέπουν προς τα κάτω. Η μαύρη φριτιλάρια (Fritillaria obliqua) είναι ενδημικό φυτό της Βορειανατολικής Αττικής, της περιοχής δηλαδή που κατέκαψε η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου. Οι σημαντικότεροι βιότοποί της είναι στο Γραμματικό, τον Μαραθώνα και την Πεντέλη. Υπάρχει επίσης σε ορισμένες ανατολικές θέσεις της Πάρνηθας και στη νότια Εύβοια, που κι αυτή δοκιμάστηκε από την μεγάλη φωτιά της Καρύστου.

Αλλά η άγρια ζωή στα καμένα της Βορειανατολικής Αττικής περιλαμβάνει και άλλες σημαντικές θέσεις. Πολύ κοντά στο Γραμματικό και στον δρόμο προς το Σέσι απ’ όπου άρχισε η φωτιά, υπάρχει ένας από τους σπουδαιότερους βιότοπους της Ελλάδας για άγριες ορχιδέες. Εκεί ανθίζουν πάνω από 10 διαφορετικά είδη, που ανταλλάσσουν γενετικό υλικό και δημιουργούν μερικά από τα πιο σπάνια φυσικά υβρίδια. Ο βιότοπος αυτός είναι σήμερα καμένος.

Πολύ σημαντική για τα σπάνια είδη και την βιοποικιλότητα που παρουσιάζει είναι ολόκληρη η παραλιακή ζώνη του Γραμματικού, που συνεχίζεται μέχρι την στενή χερσόνησο της Κυνόσουρας στον Σχινιά. Η βασική της βλάστηση αποτελείται από αγριόκεδρα (Juniperus phoenicea) με θαμνώδη ή δενδρώδη μορφή και από ευφορβίες του είδους «ακανθόθαμνος». Στους βιότοπους αυτούς βρίσκει ενδιαιτήματα για να αναπτυχθεί ένα πλήθος φυτών, εντόμων, ερπετών, πουλιών και μικρών θηλαστικών. Πρόσφατα εντοπίστηκε ένα νέο είδος άγριας ορχιδέας (Ophrys paralias) ενώ κι εδώ δημιουργούνται πολλά φυσικά υβρίδια και παραλλαγμένες μορφές φυτών. Σ’ αυτή την ζώνη περιλαμβάνεται επίσης ο υγρότοπος και το δάσος κουκουναριάς (Pinus pinea) του Σχινιά, που συγκροτούν (στα χαρτιά όμως) το «εθνικό πάρκο του Σχινιά», με πλούσια ορνιθοπανίδα.

Μια πρώτη σκέψη είναι ότι η φωτιά θα έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές στις μαύρες φριτιλάριες, τις ορχιδέες και γενικά την άγρια ζωή στα καμένα της ΒΑ Αττικής. Ευτυχώς δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η φύση έχει πάρει τα μέτρα της για να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της φωτιάς. Οι φριτιλάριες και οι ορχιδέες είναι γεώφυτα (δηλαδή το ζωτικό τους μέρος είναι μέσα στη γη) κι έτσι οι βολβοί τους, που τον Αύγουστο με την φωτιά βρίσκονταν προφυλαγμένοι και σε ανάπαυση κάτω από το χώμα, θα ξαναβλαστήσουν μετά τις βροχές του Νοεμβρίου. Το ίδιο θα συμβεί με τα πάνω από 30 είδη ορχιδέες που ανθίζουν στην ΒΑ Αττική, από τις ακτές της Αγίας Μαρίνας, του Σχινιά και της Νέας Μάκρης μέχρι πάνω στο Διονυσοβούνι, το Γερμανικό Νεκροταφείο, τον Άγιο Πέτρο, την Παλαιά Πεντέλη, το Ντράφι, το Νταού και το Πικέρμι.

Πολλά είναι ακόμη τα γεώφυτα, που προφυλάχτηκαν από την φωτιά μέσα στο χώμα και που θ’ αρχίσουν να ανθίζουν μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, όπως οι σικελικές στερνμπέργκιες (Sternbergia sicula), το ελληνικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), το κυκλάμινο το κισσόφυλλο (Cyclamen hederifolium), ο κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cansellatus ssp mazzιaricus), ο κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus) και ο άγριος νάρκισσος (Narcissus tazetta). Αρκετά είναι και τα φυτά που έχουν περιγραφεί από την Αττική κι έχουν πάρει τ’ όνομά της, όπως ο κρόκος της Αττικής (Crocus atticus), το αττικό κολχικό (Colchicum atticum) και η ίριδα της Αττικής (Iris attica). Από το τέλος του χειμώνα θ’ αρχίζουν να ανθίζουν τα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά της Αττικής ή της Ελλάδας, όπως οι κενταύριες, οι άγριοι γλαδίολοι, οι βερόνικες, το αιθιόνημα, η ωμπριέτα, οι καμπανούλες, το κεράστιο το πάλλευκο και πολλά άλλα είδη.

Μαζί με τα γεώφυτα, ούτε τα άλλα αγριολούλουδα δεν αναμένεται να επηρεαστούν από την φωτιά. Βρίσκοντας ζωτικό χώρο και ήλιο στα καμένα πευκοδάση θα ανθοφορήσουν απρόσκοπτα την άνοιξη, όπως ήδη γίνεται στην δυτική πλευρά της Πεντέλης που βλέπει προς την Αθήνα και που έχει καεί τρεις φορές από το 1995.

Αλλά η άγρια ζωή στα καμένα της ΒΑ Αττικής περιλαμβάνει και μια πλούσια ορνιθοπανίδα. Στον υγρότοπο του Σχινιά ζουν ή βρίσκουν περιοδικά καταφύγιο πολλά υδρόβια πουλιά. Στην Πεντέλη έχουν παρατηρηθεί πάνω από 80 είδη κι ανάμεσά τους είναι η γερακίνα και η προστατευόμενη γιδοβυζάχτρα. Τα πουλιά πέταξαν με την φωτιά και θα ξαναγυρίζουν. Πάντως τα κοτσύφια αναμένεται να μετακινηθούν από τα καμένα δάση προς την Πάρνηθα και τον Υμηττό (αλλά και τις αστικές περιοχές). Το ίδιο θα συμβεί με τα μικρά θηλαστικά, δηλαδή αλεπούδες, λαγοί, νυφίτσες, τρωκτικά και νυχτερίδες.

Αυτές που δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα είναι οι πέρδικες της Πεντέλης. Συγκροτούν έναν αξιόλογο πληθυσμό στις πλαγιές που βλέπουν προς την Αθήνα και δεν είναι λίγες οι φορές που φτάνουν μέχρι τα πρώτα σπίτια της Παλαιάς και της Νέας Πεντέλης. Ο πληθυσμός τους έχει ενισχυθεί σημαντικά από απελευθερώσεις που έχουν κάνει στο παρελθόν κυνηγετικοί σύλλογοι.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καίγεται η Βορειανατολική Αττική από «μεγα-πυρκαγιές», που παλαιότερα εκδηλώνονταν κάθε 20 με 30 χρόνια Το 1888 μια φωτιά που ξεκίνησε από το Μαρούσι, κατέληξε στην Ραφήνα και σταμάτησε στην θάλασσα καίγοντας 150.000 στρέμματα. Το 1908 μια άλλη «μεγα-πυρκαγιά» ξεκίνησε από το Πικέρμι και κατευθύνθηκε με δύο μέτωπα, ανατολικά προς τον Μαραθώνα και δυτικά προς την Αθήνα. Ανακόπηκε από τον στρατό στον Γέρακα με την μέθοδο του αντεμπρησμού (αντιπύρ). Το 1916 η φωτιά που ξεκίνησε από την Πεντέλη, κατευθύνθηκε αυτή την φορά προς την Πάρνηθα, καίγοντας το Τατόι και φτάνοντας μέχρι ψηλά στο ελατοδάσος.

Σε αυτές τις μεγάλες πυρκαγιές και στις άλλες που ακολούθησαν η άγρια φύση και τα οικοσυστήματα ανέκαμψαν εύκολα, γιατί δεν υπήρχε αυτή η εξωφρενική οικιστική επέκταση της Αθήνας που βιώνουμε σήμερα. Με βασική αιτία την υποβάθμιση της ζωής στο πολεοδομικό συγκρότημα του Λεκανοπεδίου, σημειώθηκε μια μαζική έξοδος προς την Βορειανατολική Αττική.

Η μεγάλη πληθυσμιακή έκρηξη στις περιοχές που κάηκαν άρχισε την δεκαετία του 1980-90. Ο πληθυσμός της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής αυξήθηκε κατά 32%. Την ίδια περίοδο ο δήμος Αθηναίων κατέγραφε πληθυσμιακή μείωση -16%. Ο πληθυσμός της Ανθούσας αυξήθηκε κατά 430%, του Διόνυσου κατά 340% και του Μαραθώνα κατά 210%. Περίπου στους ίδιους ρυθμούς κινήθηκε και τα επόμενα χρόνια η πληθυσμιακή μετακίνηση από το Λεκανοπέδιο προ της ΒΑ Αττική. Αυτή η μαζική έξοδος καταγράφτηκε πολύ εύγλωττα και στην κατά 71% αύξηση των βουλευτικών εδρών του υπολοίπου Αττικής. Οι 7 βουλευτές που εξέλεγε το 1993, αυξήθηκαν στους 9 το 1996 και στους 12 στις εκλογές του 2007.

Μία από τις συνέπειες αυτής της αστικής πίεσης ήταν και η εκδήλωση μεγάλων πυρκαγιών (για διάφορες αιτίες) στα πευκοδάση της περιοχής, όπως στον Κοκκιναρά (1981), Διόνυσο (1982), Άγιο Στέφανο (1993), Πεντέλη (1995, 1998, 2000), Ραφήνα (2005). Ο συνδυασμός αυτών των αλλεπάλληλων πυρκαγιών και της εκρηκτικής αστικής επέκτασης, έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των δασών. Όσα πευκοδάση είχαν αναγεννηθεί από μόνα τους, όπως στην βορειανατολική Πεντέλη κάηκαν κι αυτά φέτος. Με τον περιορισμό και την καταστροφή των μεγάλων πευκοδασών της Πεντέλης η άγρια ζωή της Αττικής έχει υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό"explore NATURE" (τεύχος Σεπτεμβρίου 2009)
της εφημερίδας «Έθνος