Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Η άγρια ζωή στα καμένα της Αττικής

Fritillaria obliqua - μαύρη φριτιλάρια

Η μαύρη φριτιλάρια είναι ένα πολύ σπάνιο φυτό, γι’ αυτό και προστατεύεται από όλες τις διεθνείς συμβάσεις, τις ευρωπαϊκές οδηγίες και την ελληνική νομοθεσία. Περιλαμβάνεται στο «Κόκκινο Βιβλίο για τα Σπάνια και Απειλούμενα Φυτά της Ελλάδας». Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τις τουλίπες, μόνο που τα άνθη της βλέπουν προς τα κάτω. Η μαύρη φριτιλάρια (Fritillaria obliqua) είναι ενδημικό φυτό της Βορειανατολικής Αττικής, της περιοχής δηλαδή που κατέκαψε η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου. Οι σημαντικότεροι βιότοποί της είναι στο Γραμματικό, τον Μαραθώνα και την Πεντέλη. Υπάρχει επίσης σε ορισμένες ανατολικές θέσεις της Πάρνηθας και στη νότια Εύβοια, που κι αυτή δοκιμάστηκε από την μεγάλη φωτιά της Καρύστου.

Αλλά η άγρια ζωή στα καμένα της Βορειανατολικής Αττικής περιλαμβάνει και άλλες σημαντικές θέσεις. Πολύ κοντά στο Γραμματικό και στον δρόμο προς το Σέσι απ’ όπου άρχισε η φωτιά, υπάρχει ένας από τους σπουδαιότερους βιότοπους της Ελλάδας για άγριες ορχιδέες. Εκεί ανθίζουν πάνω από 10 διαφορετικά είδη, που ανταλλάσσουν γενετικό υλικό και δημιουργούν μερικά από τα πιο σπάνια φυσικά υβρίδια. Ο βιότοπος αυτός είναι σήμερα καμένος.

Πολύ σημαντική για τα σπάνια είδη και την βιοποικιλότητα που παρουσιάζει είναι ολόκληρη η παραλιακή ζώνη του Γραμματικού, που συνεχίζεται μέχρι την στενή χερσόνησο της Κυνόσουρας στον Σχινιά. Η βασική της βλάστηση αποτελείται από αγριόκεδρα (Juniperus phoenicea) με θαμνώδη ή δενδρώδη μορφή και από ευφορβίες του είδους «ακανθόθαμνος». Στους βιότοπους αυτούς βρίσκει ενδιαιτήματα για να αναπτυχθεί ένα πλήθος φυτών, εντόμων, ερπετών, πουλιών και μικρών θηλαστικών. Πρόσφατα εντοπίστηκε ένα νέο είδος άγριας ορχιδέας (Ophrys paralias) ενώ κι εδώ δημιουργούνται πολλά φυσικά υβρίδια και παραλλαγμένες μορφές φυτών. Σ’ αυτή την ζώνη περιλαμβάνεται επίσης ο υγρότοπος και το δάσος κουκουναριάς (Pinus pinea) του Σχινιά, που συγκροτούν (στα χαρτιά όμως) το «εθνικό πάρκο του Σχινιά», με πλούσια ορνιθοπανίδα.

Μια πρώτη σκέψη είναι ότι η φωτιά θα έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές στις μαύρες φριτιλάριες, τις ορχιδέες και γενικά την άγρια ζωή στα καμένα της ΒΑ Αττικής. Ευτυχώς δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η φύση έχει πάρει τα μέτρα της για να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της φωτιάς. Οι φριτιλάριες και οι ορχιδέες είναι γεώφυτα (δηλαδή το ζωτικό τους μέρος είναι μέσα στη γη) κι έτσι οι βολβοί τους, που τον Αύγουστο με την φωτιά βρίσκονταν προφυλαγμένοι και σε ανάπαυση κάτω από το χώμα, θα ξαναβλαστήσουν μετά τις βροχές του Νοεμβρίου. Το ίδιο θα συμβεί με τα πάνω από 30 είδη ορχιδέες που ανθίζουν στην ΒΑ Αττική, από τις ακτές της Αγίας Μαρίνας, του Σχινιά και της Νέας Μάκρης μέχρι πάνω στο Διονυσοβούνι, το Γερμανικό Νεκροταφείο, τον Άγιο Πέτρο, την Παλαιά Πεντέλη, το Ντράφι, το Νταού και το Πικέρμι.

Πολλά είναι ακόμη τα γεώφυτα, που προφυλάχτηκαν από την φωτιά μέσα στο χώμα και που θ’ αρχίσουν να ανθίζουν μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, όπως οι σικελικές στερνμπέργκιες (Sternbergia sicula), το ελληνικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), το κυκλάμινο το κισσόφυλλο (Cyclamen hederifolium), ο κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cansellatus ssp mazzιaricus), ο κρόκος ο λείος (Crocus laevigatus) και ο άγριος νάρκισσος (Narcissus tazetta). Αρκετά είναι και τα φυτά που έχουν περιγραφεί από την Αττική κι έχουν πάρει τ’ όνομά της, όπως ο κρόκος της Αττικής (Crocus atticus), το αττικό κολχικό (Colchicum atticum) και η ίριδα της Αττικής (Iris attica). Από το τέλος του χειμώνα θ’ αρχίζουν να ανθίζουν τα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά της Αττικής ή της Ελλάδας, όπως οι κενταύριες, οι άγριοι γλαδίολοι, οι βερόνικες, το αιθιόνημα, η ωμπριέτα, οι καμπανούλες, το κεράστιο το πάλλευκο και πολλά άλλα είδη.

Μαζί με τα γεώφυτα, ούτε τα άλλα αγριολούλουδα δεν αναμένεται να επηρεαστούν από την φωτιά. Βρίσκοντας ζωτικό χώρο και ήλιο στα καμένα πευκοδάση θα ανθοφορήσουν απρόσκοπτα την άνοιξη, όπως ήδη γίνεται στην δυτική πλευρά της Πεντέλης που βλέπει προς την Αθήνα και που έχει καεί τρεις φορές από το 1995.

Αλλά η άγρια ζωή στα καμένα της ΒΑ Αττικής περιλαμβάνει και μια πλούσια ορνιθοπανίδα. Στον υγρότοπο του Σχινιά ζουν ή βρίσκουν περιοδικά καταφύγιο πολλά υδρόβια πουλιά. Στην Πεντέλη έχουν παρατηρηθεί πάνω από 80 είδη κι ανάμεσά τους είναι η γερακίνα και η προστατευόμενη γιδοβυζάχτρα. Τα πουλιά πέταξαν με την φωτιά και θα ξαναγυρίζουν. Πάντως τα κοτσύφια αναμένεται να μετακινηθούν από τα καμένα δάση προς την Πάρνηθα και τον Υμηττό (αλλά και τις αστικές περιοχές). Το ίδιο θα συμβεί με τα μικρά θηλαστικά, δηλαδή αλεπούδες, λαγοί, νυφίτσες, τρωκτικά και νυχτερίδες.

Αυτές που δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα είναι οι πέρδικες της Πεντέλης. Συγκροτούν έναν αξιόλογο πληθυσμό στις πλαγιές που βλέπουν προς την Αθήνα και δεν είναι λίγες οι φορές που φτάνουν μέχρι τα πρώτα σπίτια της Παλαιάς και της Νέας Πεντέλης. Ο πληθυσμός τους έχει ενισχυθεί σημαντικά από απελευθερώσεις που έχουν κάνει στο παρελθόν κυνηγετικοί σύλλογοι.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καίγεται η Βορειανατολική Αττική από «μεγα-πυρκαγιές», που παλαιότερα εκδηλώνονταν κάθε 20 με 30 χρόνια Το 1888 μια φωτιά που ξεκίνησε από το Μαρούσι, κατέληξε στην Ραφήνα και σταμάτησε στην θάλασσα καίγοντας 150.000 στρέμματα. Το 1908 μια άλλη «μεγα-πυρκαγιά» ξεκίνησε από το Πικέρμι και κατευθύνθηκε με δύο μέτωπα, ανατολικά προς τον Μαραθώνα και δυτικά προς την Αθήνα. Ανακόπηκε από τον στρατό στον Γέρακα με την μέθοδο του αντεμπρησμού (αντιπύρ). Το 1916 η φωτιά που ξεκίνησε από την Πεντέλη, κατευθύνθηκε αυτή την φορά προς την Πάρνηθα, καίγοντας το Τατόι και φτάνοντας μέχρι ψηλά στο ελατοδάσος.

Σε αυτές τις μεγάλες πυρκαγιές και στις άλλες που ακολούθησαν η άγρια φύση και τα οικοσυστήματα ανέκαμψαν εύκολα, γιατί δεν υπήρχε αυτή η εξωφρενική οικιστική επέκταση της Αθήνας που βιώνουμε σήμερα. Με βασική αιτία την υποβάθμιση της ζωής στο πολεοδομικό συγκρότημα του Λεκανοπεδίου, σημειώθηκε μια μαζική έξοδος προς την Βορειανατολική Αττική.

Η μεγάλη πληθυσμιακή έκρηξη στις περιοχές που κάηκαν άρχισε την δεκαετία του 1980-90. Ο πληθυσμός της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής αυξήθηκε κατά 32%. Την ίδια περίοδο ο δήμος Αθηναίων κατέγραφε πληθυσμιακή μείωση -16%. Ο πληθυσμός της Ανθούσας αυξήθηκε κατά 430%, του Διόνυσου κατά 340% και του Μαραθώνα κατά 210%. Περίπου στους ίδιους ρυθμούς κινήθηκε και τα επόμενα χρόνια η πληθυσμιακή μετακίνηση από το Λεκανοπέδιο προ της ΒΑ Αττική. Αυτή η μαζική έξοδος καταγράφτηκε πολύ εύγλωττα και στην κατά 71% αύξηση των βουλευτικών εδρών του υπολοίπου Αττικής. Οι 7 βουλευτές που εξέλεγε το 1993, αυξήθηκαν στους 9 το 1996 και στους 12 στις εκλογές του 2007.

Μία από τις συνέπειες αυτής της αστικής πίεσης ήταν και η εκδήλωση μεγάλων πυρκαγιών (για διάφορες αιτίες) στα πευκοδάση της περιοχής, όπως στον Κοκκιναρά (1981), Διόνυσο (1982), Άγιο Στέφανο (1993), Πεντέλη (1995, 1998, 2000), Ραφήνα (2005). Ο συνδυασμός αυτών των αλλεπάλληλων πυρκαγιών και της εκρηκτικής αστικής επέκτασης, έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των δασών. Όσα πευκοδάση είχαν αναγεννηθεί από μόνα τους, όπως στην βορειανατολική Πεντέλη κάηκαν κι αυτά φέτος. Με τον περιορισμό και την καταστροφή των μεγάλων πευκοδασών της Πεντέλης η άγρια ζωή της Αττικής έχει υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό"explore NATURE" (τεύχος Σεπτεμβρίου 2009)
της εφημερίδας «Έθνος




Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ακριβή μου δωρεάν παιδεία


Η Πρίστινα είναι η πρωτεύουσα του Κοσσυφοπεδίου. Που βρίσκεται; Τρέχα γύρευε... Σχεδόν όλοι την γνωρίζουμε σαν ένα απλό γεωγραφικό όνομα στις ειδήσεις που μας έρχονται από την ταραγμένη πρώην Γιουγκοσλαβία. Ετσι, η φράση «Έλληνας φοιτητής στην Πρίστινα» ακούγεται σαν ανέκδοτο. Εμ, δεν είναι τελικά...


«Οι 50 Έλληνες φοιτητές που σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο της Πρίστινα είναι καλά στην υγεία τους και βρίσκονται σε στενή επαφή με το ελληνικό προξενείο στο Βελιγράδι.» Αυτή ήταν μία από τις πρώτες ειδήσεις που μας έφτασαν από τις ταραχές στο Κόσσοβο. Οι 50 Έλληνες φοιτητές στην... περιθωριακή και αλβανόφωνη Πρίστινα είναι ένας πολύ μεγάλος αριθμός. Και δείχνει δύο πράγματα:


1.- Την σχεδόν υστερική πεποίθηση των Ελλήνων γονέων ότι τα παιδιά τους πρέπει να αποκτήσουν ένα πτυχίο από οπουδήποτε κι αν προέρχεται.
2.- Την κατάντια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, που αναγκάζει δεκάδες χιλιάδες νέους να καταφύγουν σε εντελώς ασήμαντα ξένα πανεπιστήμια, με τελική κατάληξη το επαγγελματικό περιθώριο.


Πως θα γινόταν όμως διαφορετικά, αφού όλοι μας είμαστε αιχμάλωτοι της φαντασίωσης ότι διαθέτουμε «δωρεάν παιδεία». Γιατί τι άλλο παρά φαντασίωση δεν είναι, όταν δεκάδες χιλιάδες Ελληνόπουλα αναγκάζονται να σπουδάζουν (και να πληρώσουν γενναία) στο εξωτερικό επειδή η «δωρεάν παιδεία» δεν μπορεί να καλύψει την ζήτηση θέσεων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα; Τι άλλο παρά αυταπάτη δεν είναι η «δωρεάν παιδεία» όταν άλλες δεκάδες χιλιάδες Ελληνόπουλα συνωστίζονται στα δεκάδες ποικιλώνυμα ιδιωτικά ΙΕΚ (πληρώνοντας επίσης γενναία) τα όνειρά τους για επαγγελματική κατάρτιση;


Και δεν είναι μόνον αυτά. Κι όλοι εκείνοι που υποτίθεται πως απολαμβάνουν τα αγαθά της «δωρεάν παιδείας» πληρώνουν δισεκατομμύρια για να διατηρεί το κράτος το ψευδεπίγραφη παροχή του... «δωρεάν». Οι ελληνικές οικογένειες το 1996 πλήρωσαν 41 δισεκατομμύρια δραχμές για ιδιαίτερα μαθήματα, 58 δισεκατομμύρια για φροντιστήρια και 53 δισεκατομμύρια για σχολικά βοηθήματα και φροντιστηριακά βιβλία. (Στοιχεία από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.)


Στην τελευταία δεκαετία η ελληνική οικογένεια αναγκάστηκε να δεκαπλασιάσει την δαπάνη της για σχολικά βοηθήματα ενώ, βεβαίως, δεν δεκαπλασίασε τα έσοδά της, λόγω της συνεχούς λιτότητας. Αντίστοιχα, το κράτος της... «δωρεάν παιδείας» μείωσε τις επιχορηγήσεις προς τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) σε 6,7 δισεκατομμύρια.


Συμπέρασμα: Για τα σχολικά βιβλία η κυβέρνηση των εκσυγχρονιστών διέθεσε 6,7 δισεκατομμύρια το 1996 ενώ οι πολίτες πλήρωσαν από την τσέπη τους 53 δισεκατομμύρια!
Πολύ ακριβή μας αποδεικνύεται αυτή η «δωρεάν παιδεία»...


από την προσωπική στήλη «Εν Αθήναις» (Αδέσμευτος Τύπος 1998)

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Μονοπάτια με θέα το απέραντο γαλάζιο


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό"explore NATURE"
(τεύχος 13, Απρίλιος 2009)της εφημερίδας «Έθνος


Από την Αρκεσίνη, τη Μινώα και την Αιγιάλη, τις τρεις αρχαίες πόλεις της Αμοργού, έχουμε κληρονομήσει τις περισσότερες επιγραφές στις Κυκλάδες. Έχει διασωθεί επίσης ένα αμυντικό δίκτυο 24 αρχαίων πύργων, που ήταν συνδεδεμένοι με αγροτικούς οικισμούς. Πόλεις, πύργοι και οικισμοί συνδέονταν με ένα πυκνό δίκτυο μονοπατιών.

Τα περισσότερα αρχαία μονοπάτια της Αμοργού έχουν διατηρηθεί και βρίσκονται σε χρήση μέχρι σήμερα. Αποτελούν μια συναρπαστική εμπειρία για τους επισκέπτες του νησιού, που μπορούν να πεζοπορήσουν στους ίδιους δρόμους που βάδιζαν οι αρχαίοι Αμοργίνοι που αναφέρονται στις επιγραφές, όπως ο Κλεοφών και η Νικησαρέτη, ο Κριτόλαος και η Ευφροσύνη.

Η Κάτω Μεριά αντιστοιχεί στην περιφέρεια της αρχαίας Αρκεσίνης. Λίγο πριν την είσοδο του σημερινού χωριού της Αρκεσίνης, ένας χωματόδρομος οδηγεί στην αρχή του μονοπατιού για το Αμμούδι, την πιο κρυφή παραλία της Αμοργού. Το μονοπάτι είναι σημασμένο με μπλε σημάδια. Η καλοκαιρινή εμπειρία όμως στο Αμμούδι με ένα μπανάκι στα πιο σμαραγδένια νερά των Κυκλάδων είναι μοναδική.

Παραμένουμε στην Κάτω Μεριά. Από το χωριό Βρούτση ξεκινάει ένα φαρδύ καλοστρωμένο καλντερίμι που οδηγεί στην εκκλησία του Άη Γιάννη. Στη συνέχεια κατηφορίζει και καταλήγει στην ακρόπολη της αρχαίας Αρκεσίνης. Σε όλη την διαδρομή η θέα είναι πανοραμική προς την εσωτερική θάλασσα των Μικρών Κυκλάδων. Πίσω ακριβώς από την αρχαία ακρόπολη ξεπροβάλει η σιλουέτα της Δονούσας και πιο πίσω αχνοφαίνονται η Ικαρία και η Σάμος.

Από το Βρούτση ξεκινάνε άλλα δύο αρχαία μονοπάτια. Το ένα οδηγεί σε 1 ώρα στον αρχαίο «πύργο του Βασίλη» (Αγία Τριάδα), στην καρδιά της περιφέρειας της αρχαίας Αρκεσίνης. Το δεύτερο καταλήγει στα Κατάπολα, περνώντας από το πρωτοκυκλαδικό νεκροταφείο των Δωκαθισμάτων, τη ρεματιά των Αγίων Σαράντα με τους σπάνιους «φοίνικες του Θεόφραστου», τις κατάφυτες Λεύκες, τις παραλίες Τυροκόμου, Φοινικιές και την αρχαία Μινώα.

Η αρχαία Μινώα και η ακρόπολη της Αρκεσίνης εγκαταλείφθηκαν τον 6-7ο αιώνα μ.Χ., λόγω των αραβικών επιδρομών. Οι Αμοργιανοί αποσύρθηκαν σταδιακά πιο μέσα και πιο ψηλά, ιδρύοντας το βυζαντινό Κάστρο, δηλαδή τη σημερινή Χώρα. Με κέντρο την Χώρα, που ενσωμάτωσε τις περιοχές Μινώας και Αρκεσίνης, κατασκευάστηκαν στην βυζαντινή περίοδο καινούρια μονοπάτια.

Από την Χώρα δύο μονοπάτια οδηγούν στο λιμάνι των Καταπόλων, που άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά μετά το 1870. Το δυτικό μονοπάτι από τον Άγιο Νικόλαο ταυτίζεται σε ορισμένα σημεία του με τον σημερινό δημόσιο δρόμο. Το ανατολικό διατηρείται σε άριστη κατάσταση και από τις Μηλιές με τις πηγές και το πολύ πράσινο καταλήγει στον ελαιώνα του Γυαλινά και στον κόλπο Καταπόλων. Μία διακλάδωση του μονοπατιού, περνάει από το «ρέμα του φονιά» και οδηγεί στον μυστηριώδη «πύργο του Γιαννούλα» (ή «φρούρια») και στο Τερλάκι, όπου σώζεται η βάση ενός αρχαίου πύργου.

Δύο πολύ ωραίες διαδρομές, ιδιαίτερα για τα ζεστά απογεύματα, ξεκινάνε από τον οικισμό Ξυλοκερατίδι των Καταπόλων. Η πρώτη καταλήγει στον φάρο που είναι στο βόρειο άκρο του κόλπου. Περνάει μέσα από μάντρες και παλιά αγροκτήματα και μπορεί να το χάσει ο πεζοπόρος, αν δεν έχει σωστή πληροφόρηση. Το δεύτερο καλοδιατηρημένο μονοπάτι πηγαίνει ψηλά στον παλιό οικισμό «Νιο Χωριό» και καταλήγει στον ελαιώνα πίσω από το Ξυλοκερατίδι. Και τα δύο μονοπάτια προσφέρουν εξαιρετική θέα προς τον μεγάλο κόλπο των Καταπόλων, με την Ηρακλειά, την Ίο και την Πάρο στο βάθος.

Από την Χώρα ξεκινούν δύο ακόμα μονοπάτια που καταλήγουν στην Αιγιάλη. Το πρώτο έχει βορειοανατολική κατεύθυνση, περνάει από τις πλαγιές του Προφήτη Ηλία και καταλήγει στο Ξενοδοχειό, ένα παλιό καλογερικό μαντρί που χρησίμευε στους οδοιπόρους για πανδοχείο. Ένα μεγάλο μέρος του αντιστοιχεί στο αρχαίο μονοπάτι που συνέδεε την Μινώα με την Αιγιάλη. Στο μέσον της διαδρομής υπάρχει το παράξενο «Τραπεζοπέτρι», ένα σύμπλεγμα γιγαντιαίων βράχων, που ισορροπεί πάνω σε μια πέτρα-σφήνα. Έχει σχήμα προΐστορικού ντολμέν ή κρόμλεχ, και γι’ αυτό πολλοί ερευνητές το έχουν συνδέσει με μυστηριώδη αρχαία φαινόμενα.

Το δεύτερο μονοπάτι ακολουθεί νοτιοανατολική κατεύθυνση. Μέχρι τη Μονή Χοζοβιώτισσας είναι ένα βυζαντινό καλοκατασκευασμένο καλντερίμι. Μετά το μοναστήρι έχει ορισμένα κομμάτια από την πρωτοκυκλαδική εποχή, γιατί εδώ βρίσκονται τα Κάψαλα με τα περίφημα πρωτοκυκλαδικά τους ειδώλια. Καταλήγει κι αυτό στο Ξενοδοχειό.

Από το Ξενοδοχειό, το ένα πλέον μονοπάτι περνάει από το ακατοίκητο αλλά καλοδιατηρημένο χωριό του Ασφοντυλίτη και καταλήγει στο χωριό Ποταμός και στην περιφέρεια της Αιγιάλης. Η θέα της διαδρομής εναλλάσσεται ανάμεσα στο νότιο Αιγαίο με τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη στο βάθος και στο κεντρικό Αιγαίο με τις Κυκλάδες, την Ικαρία και την Σάμο.

Η Αιγιάλη που διατηρεί το αρχαίο της όνομα, προσφέρει πολλές διαδρομές πάνω σε αρχαία μονοπάτια και καταπληκτικά πανηγύρια. Κέντρο των μονοπατιών και των πεζοπορικών διαδρομών είναι η Λαγκάδα, η βυζαντινή πρωτεύουσα της Αιγιάλης. Ένα παλιό λιθόστρωτο μονοπάτι εξακολουθεί να συνδέει την Λαγκάδα με τον «γιαλό», όπως λένε οι ντόπιοι τον Όρμο Αιγιάλης. Ένα δεύτερο οδηγεί στα Θολάρια, με διακλάδωση προς τον Στρούμπο. Ένα τρίτο μονοπάτι οδηγεί στο οροπέδιο και τις κορφές του Κρίκελο (823 μ.), όπου διατηρούνται συστάδες με αρχαίους αγριόκεδρους. Εδώ ψηλά, σχεδόν πάνω από την θάλασσα, γίνονται τα φοβερά πανηγύρια του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου και του Θεολόγου στις 26 Σεπτεμβρίου.

Εκτός από τα βασικά μονοπάτια, υπάρχουν δεκάδες μικρότερα που οδηγούν: Σε ξωκκλήσια, όπως η Παναγία Φιδοποταμιανή και η Παναγία Θεοσκέπαστη. Σε αρχαίες θέσεις, όπως ο πρωτοκυκλαδικός τειχισμένος οικισμός της Μαρκιανής ή ο αρχαίος πύργος στο Ρίχτι. Σε παλιούς αγροτικούς οικισμούς, όπως στην Αγία Μαρίνα όπου γεννήθηκε ο πατριάρχης του ρεμπέτικου τραγουδιού Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης).

Η πεζοπορία στην Αμοργό προσφέρει μια στενή επαφή με την κυκλαδίτικη φύση. Δεν είναι σπάνιο να ξεπεταχτεί ανάμεσα από τα φρύγανα ένα κοπάδι πέρδικες. Σπιζαετοί και μαυροπετρίτες συνοδεύουν από τον ουρανό τα βήματα των περιπατητών. Στους γκρεμούς εμφανίζονται πολλά ενδημικά φυτά, όλα με τον προσδιορισμό «αμοργινό», όπως το ελίχρυσο, η καμπανούλα, το ερύσιμο, το ερύνγκιο και το αγριογαρύφαλλο. Στο νησί ανθίζουν πάνω από 40 είδη άγριες ορχιδέες, με πρώτες τις ενδημικές «ορχιδέα του Αιόλου» (Ophrys aeoli) και «ορχιδέα του Αιγαίου» ((Ophrys aegaea). Και ψηλά από τα μονοπάτια της Χοζοβιώτισσας, του Ασφοντυλίτη και του Κρίκελου ο πεζοπόρος μπορεί να δει κάτω στην θάλασσα να ταξιδεύουν κοπάδια με δελφίνια ή φάλαινες φυσητήρες…




Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Τα πολύχρωμα κρινάκια του φθινόπωρου

 
 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "explore NATURE" (τεύχος 9, Δεκέμβριος 2008)
της εφημερίδας «Έθνος



Από τις αρχές Σεπτεμβρίου στην Κρήτη συντελείται ένα θαύμα. Μέσα από τη σκληρή γη, την ταλαιπωρημένη από το θερμό και άνομβρο μεσογειακό καλοκαίρι, αρχίζουν να ξεπετάγονται γαλαζορόδινα κρινάκια. Ανήκουν στο είδος «κολχικό το μακρόφυλλο» (Colchicum macrophyllum) που είναι ενδημικό της Κρήτης και της νότιας Δωδεκανήσου. Τα τέπαλα του είναι διακοσμημένα με ρόδινα στίγματα σαν μωσαϊκό.

Η άνθηση των κολχικών σηματοδοτεί τον ερχομό του φθινοπώρου. Τα μελτέμια σταματάνε, η θερμοκρασία του αέρα πέφτει, η μέρα μικραίνει και το φως γίνεται απαλό. Αυτά είναι τα σημάδια που περιμένουν οι βολβοί των κολχικών, κάτω από το έδαφος, για να ξεπροβάλουν στην επιφάνεια τα κρινάκια τους.

Τις ίδιες μέρες που τα μακρόφυλλα κολχικά ανθίζουν στη Κρήτη, ξεμυτίζουν στις Κυκλάδες τα συγγενικά τους «κολχικά τα ποικίλα» (Colchicum variegatum). Ξεχωρίζουν από το συνήθως ένα κρινάκι που ανθοφορούν.

Τα κολχικά είναι δηλητηριώδη φυτά. Όλα τα μέρη τους περιέχουν την κολχικίνη, που είναι δραστικό δηλητήριο. Με ένα τέτοιο δηλητήριο υποτίθεται ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά ονομάστηκαν κολχικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 20 είδη.

Ο κρίνος της θάλασσας

Την εποχή που εμφανίζονται τα κολχικά, συνεχίζει να ανθίζει ένα καταπληκτικό λουλούδι, που ενώνει το καλοκαίρι με το φθινόπωρο. Ο κρίνος της θάλασσας (Pancratium maritimum) ανθίζει Αύγουστο και Σεπτέμβριο σε αμμώδεις παραλίες, εκεί που τελειώνει το χειμέριο κύμα. Τα άνθη του είναι μεγάλα, χοανοειδή, 3-15 σε κάθε σκιάδιο, εύοσμα και κατάλευκα.
Ο κρίνος της θάλασσας ενώνει τη σημερινή με την προϊστορική φύση του Αιγαίου. Είναι γνωστός από αρχαίες εικονογραφήσεις στην Κρήτη και πασίγνωστος από τις υστεροκυκλαδικές τοιχογραφίες της Σαντορίνης.

Σήμερα έχει περιοριστεί πολύ από την έντονη τουριστική εκμετάλλευση των αμμωδών παραλιών. Ενδιαφέρον έχει ο τρόπος αναπαραγωγής του. Οι μαύροι ανάλαφροι σπόροι του, που μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνου, διασκορπίζονται με τον αέρα στην θάλασσα. Οι σπόροι επιπλέουν πάνω στα κύματα και τα ρεύματα τούς διασπείρουν σε άλλες αμμουδιές, όπου θα δώσουν νέα φυτά.

Η πρώτη βροχή

Γύρω στις αρχές Οκτωβρίου το νότιο Αιγαίο ζει φαντασμαγορικές στιγμές. Τα βαρομετρικά χαμηλά κινούνται νοτιότερα και φτάνουν μέχρι το Αιγαίο. Οι θάλασσες μας διατηρούνται πολύ ζεστές και τροφοδοτούν με υδρατμούς την ψυχρή ανώτερη ατμόσφαιρα. Ο συνδυασμός όλων αυτών δημιουργεί έντονες θερμικές καταιγίδες. Υδροσίφωνες, κεραυνοί και νεροποντές αυλακώνουν το Κρητικό πέλαγος, το Μυρτώο, τις Κυκλάδες και το ανατολικό Αιγαίο. Και κάποια στιγμή η πρώτη βροχή αρχίζει να πέφτει, ύστερα από πολλές βδομάδες, πάνω στις στενές λωρίδες γης των νησιών.

Αμέσως μετά την πρώτη βροχή αρχίζουν να ξεπετάγονται μέσα από τη γη οι «στερνμπέργκιες», που η λαϊκή τους ονομασία είναι «κίτρινα κρινάκια». Μέσα από τα βράχια και στις πολύ πετρώδεις περιοχές, βγαίνει η ελληνική ποικιλία της «σικελικής στερνμπέργκιας» (Sternbergia sicula var. Graeca). Στα παλιά χωράφια και τους ελαιώνες ανθίζει λίγο αργότερα η «κίτρινη στερνμπέργκια» (Sternbergia lutea) σε μπουκέτα και με μεγαλύτερα άνθη. Τα άνθη της στερνμπέργκιας είναι κίτρινα, με 6 τέπαλα και 6 ανθήρες που καταλήγουν σε καφετιά στίγματα.

Οι βασιλιάδες του φθινοπώρου

Οι κρόκοι είναι αναμφισβήτητα οι βασιλιάδες του φθινοπώρου. Αρχίζοντας από τις νότιες ακτές της Κρήτης, πλημμυρίζουν σταδιακά όλα τα βουνά της χώρας με τα πανέμορφα κρινάκια τους, σε διάφορα χρώματα.

Ο πρώτος κρόκος που ξεπροβάλει είναι ο «κρόκος των κρητικών ορέων» (Crocus oreocreticus). Είναι ενδημικός των βουνών της Κρήτης, αλλά παραδόξως απουσιάζει από τα Λευκά Όρη.
Ο κρόκος του Καρτράιτ (Crocus cartwrightianus) θεωρείται ο πρόγονος του ήμερου κρόκου (Crocus sativus), που καλλιεργείται στη Κοζάνη για παραγωγή σαφράν. Τα άνθη του έχουν μοβ τέπαλα με σκούρες νευρώσεις και κίτρινους ανθήρες. Τα κόκκινα στίγματα του είναι πολύ μεγάλα και βγαίνουν έξω από το περιάνθιο. Ανθίζει σε πετρώδεις τοποθεσίες στη Στερεά Ελλάδα, Αττική, Πελοπόννησο, Κρήτη και νησιά. Πήρε το όνομά του από τον Άγγλο πρόξενο στην Πόλη το 19ο αιώνα, τον Τ. Καρτράιτ, που έστειλε ένα δείγμα του φυτού από τη Τήνο στον βοτανολόγο Χ. Χέρμπερτ. Όταν ο Χέρμπερτ δημοσίευσε την περιγραφή του νέου είδους κρόκου, του έδωσε από αβρότητα το όνομα του Καρτράιτ.

Ο «κρόκος του Τουρνεφόρ» (Crocus turnefortii) ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο Γάλλος βοτανολόγος Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, που ταξίδεψε το 1700 στο Αιγαίο και περιέγραψε πρώτος ένα πλήθος φυτών. Είναι ενδημικός του Αιγαίου, της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Ανθίζει σε πετρώδεις τοποθεσίες, παλιά χωράφια και ελαιώνες. Έχει ανοιχτά ροζ-μοβ χρώματα και κίτρινο φάρυγγα. Τα στίγματά του είναι κόκκινα, χωρισμένα σε πολλά νημάτια.

Η ζαφορά και το άγιο μύρο

Τα άνθη των κρόκων βγαίνουν μαζί με τα φύλλα απευθείας από το βολβό. Στο εσωτερικό των λουλουδιών ξεχωρίζουν τρία χρωματιστά νημάτια, που λέγονται «στίγματα». Αυτά τα στίγματα δίνουν τη «ζαφορά» (ή «σαφράν»), που ανάλογα με τη χρήση της είναι βαφική ύλη, εκλεκτό άρτυμα και φαρμακευτική ουσία.

Η «ζαφορά» παράγεται από τα είδη κρόκων που έχουν πολύ μακριά στίγματα. Τέτοιοι άγριοι κρόκοι είναι «του Καρτάιτ» (C. cartwrightianus), «των κρητικών ορέων» (C. oreocreticus) και «του Τουρνεφόρ» (C. turnefortii).

Από την προϊστορική ήδη περίοδο στο Αιγαίο χρησιμοποιούσαν τη ζαφορά ως χρωστική ύλη, γιατί δίνει ένα πολύ φωτεινό κίτρινο χρώμα. Στην Κρήτη παραμένουν σε χρήση οι παροιμιώδεις φράσεις «εγίνηκε κίτρινος σαν τη ζαφορά» και «είναι κίτρινος ωσάν τη ζαφορά».

Στη μαγειρική τα αποξηραμένα στίγματα των κρόκων ονομάζονται «σαφράν», από παραφθορά της αραβικής λέξης zafaran που σημαίνει κίτρινο. Σαν άρτυμα το σαφράν προσφέρει σε φαγητά και γλυκά το λεπτό του άρωμα και το κίτρινο χρώμα. Στη βιομηχανία το χρησιμοποιούν για να δίνουν πιο ζωντανή εμφάνιση σε τυριά, ζυμαρικά, κρέατα και άλλα τρόφιμα. Σε πολλά νησιά των νότιων Κυκλάδων βάζουν το «σαφράνι» στα ψωμιά, τα τσουρέκια και τα κουλούρια της Λαμπρής, σε άλλα γλυκά, στα ζυμαρικά, στις ψαρόσουπες...
Επίσης, το σαφράν είναι ένα από τα 58 υλικά που χρησιμοποιεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να κατασκευάσει με κρασί και λάδι το Άγιο Μύρο, που χρησιμοποιείται στην τελετουργία του μυστηρίου του χρίσματος.

Ζωή μέσα από τις στάχτες

Η φωτιά κατέκαψε τον εθνικό δρυμό της Πάρνηθας. Απέμειναν οι καμένοι σκελετοί των ελάτων και η στάχτη να σκεπάζει τις άλλοτε πράσινες πλαγιές. Λίγες βδομάδες μετά την πυρκαγιά, μέσα από τις στάχτες ξεπήδησαν οι πρώτες ανάσες της νέας ζωής. Ήταν τα λευκά κρινάκια του ποικιλόμορφου «κρόκου του λείου» (Crocus laevigatus), που τον βρίσκουμε από τη Στερεά και νοτιότερα.

Στην Πάρνηθα εμφανίζεται στη κλασική του μορφή με τρεις μπλε γραμμές εξωτερικά και εναλλάξ στα τέπαλά του. Στην Αμοργό ο κρόκος αυτός είναι δίχρωμος με τρία λευκά και τρία σκουρογάλανα τέπαλα. Στη Νάξο υπάρχει ένα υποείδος, που ανθίζει την άνοιξη. Τα κρινάκια του κρόκου αυτού είναι ποικιλόμορφα, ωστόσο το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι ο χιτώνας του βολβού του είναι λείος, εξ ου και το όνομά του.

Ο «κρόκος ο εσχαρωτός» (Crocus cancellatus) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας και της νοτιοδυτικής Μικρασίας. Ονομάστηκε «εσχαρωτός» (cancellatus), γιατί ο βολβός του έχει δικτυωτό χιτώνα. Τα άνθη του έχουν λευκές και μοβ αποχρώσεις, με σκούρες γραμμές στον φάρυγγα. Στις κορφές του Υμηττού ανθίζει το υποείδος mazziaricus.

Ο «αττικός κρόκος» (Crocus sieberi ssp. atticus) είναι ενδημικός της Αττικής και της νότιας Εύβοιας. Στην Πεντέλη και την Πάρνηθα σχηματίζει στα μέσα του χειμώνα μεγάλα γαλαζορόδινα χαλιά.

Ο κατάλευκος «κρόκος του Μπορί» (Crocus boryi) ευδοκιμεί σε πετρώδεις τοποθεσίες, πρανή και ελαιώνες. Είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας.

Ο «κρόκος ο ωραίος» (Crocus pulchellus) ανθίζει το φθινόπωρο στην Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη. Το κρινάκι του έχει γαλάζιες αποχρώσεις με σκούρες γραμμές.

Αρχίζοντας από την Κρήτη και ανεβαίνοντας σταδιακά προς τα βόρεια, τα κρινάκια του φθινοπώρου σηματοδοτούν τη φθινοπωρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσης. Η χειμερινή περίοδος αρχίζει πάλι από τη Κρήτη, με το κρινάκι «ανδροκύμβιο του Ρέχινγκερ» (Androcumbium rechingeri) και την ορχιδέα της Μεσαράς (Ophrys messaritica), που ανθίζουν μέσα στο καταχείμωνο και προαναγγέλλουν την εκρηκτική ανθοφορία της άνοιξης…