Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Το παζάρι του Περαιά

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εικόνες» το 1988, με τίτλο «Πάρε κόσμε»

Πειραιάς. Κυριακή πρωί. Από την πλατεία Ιπποδαμείας και παράλληλα με τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, ένα πολύβουο πλήθος ξεχύνεται μέσα στην οδό Αλιπέδου. Άλλοι αγοράζουν, άλλοι διαλαλούν, άλλοι παζαρεύουν… Βρισκόμαστε στο παζάρι του Πειραιά. Εδώ γίνεται, κάθε Κυριακή, ένα από τα 2-3 πραγματικά παζάρια ολόκληρης της Ελλάδας.

Το παζάρι είναι μια πραγματική λαϊκή αγορά, όπου ο καθένας μπορεί, όχι μόνο να αγοράσει τα πιο ετερόκλητα εμπορεύματα, αλλά και να πουλήσει κάθε είδους αντικείμενο. Είδη ένδυσης, τρόφιμα, περίεργα αντικείμενα, εξωτικά είδη, ωδικά πουλιά, παλιά αντικείμενα, εργαλεία, είδη νοικοκυριού, παλιά ανταλλακτικά και εξαρτήματα μηχανών, βιβλία, περιοδικά, δίσκοι, κασέτες και στρατιωτικό υλικό εξοπλισμού είναι ένας μέρος των εμπορευμάτων που πουλιούνται στο παζάρι του Πειραιά. Με δυο λόγια, ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του επαγγελματία αλλά και του αυτοσχέδιου πωλητή της Κυριακής.

Ο Πειραιάς, παρά τις αλλαγές των τελευταίων χρόνων, παραμένει το μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο της χώρας. Και κάτι ακόμη: μαζί με τις συνοικίες του (Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Ταμπούρια, Νίκαια, Κορυδαλλός, Πέραμα, Αμφιάλη…) είναι η πόλη του μόχθου, της φτωχολογιάς, του εργατόκοσμου και της προσφυγιάς. Μια πόλη που, παρότι ενώθηκε με την Αθήνα, διατηρεί την δική της φυσιογνωμία, τον δικό της τρόπο ζωής, τους δικούς της ανθρώπους. Και φυσικά το δικό της παζάρι.

Αλλά για να καταλάβουμε την λειτουργία του παζαριού στον σημερινό Πειραιά, είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στην ιστορία του μεγάλου μας λιμανιού, στην παλιά του αγορά «στου Καραϊσκάκη», στο προσφυγικό ρεύμα και στον εργατόκοσμο του Πειραιά.

Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας ο Πειραιάς είχε ερημωθεί. Όταν οι Έλληνες απελευθέρωσαν την περιοχή, στις 25 Ιανουαρίου 1827, βρήκαν μόνο το παράπηγμα ενός γέρο – Τούρκου τελωνοφύλακα, τα σπίτια 6 ψαράδων και το μισοκαταστραμμένο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα με 10 καλόγερους. Υπήρχε ακόμη το σπιτάκι, που είχε χτίσει το 1776 ένας περίεργος Γάλλος, που ονομαζόταν Καϊράκ.

1827 λοιπόν. Επίσημος πληθυσμός του Πειραιά: κάτοικοι 22..!
Η εξέλιξη που ακολούθησε ήταν ταχύτατη.

1834: κάτοικοι 600
1854: κάτοικοι 6.000
1907: κάτοικοι 73.579
1920: κάτοικοι 133.482
1928: κάτοικοι 189.620

Με την ανάπτυξη του λιμανιού και την εγκατάσταση δεκάδων βιομηχανιών, ο Πειραιάς έγινε το πρώτο οικονομικό κέντρο της Χώρας. Εδώ ξεμπάρκαραν οι περιπλανώμενοι της εσωτερικής μετανάστευσης. Εδώ δημιούργησαν οι μετανάστες ολόκληρες συνοικίες, που πήραν το όνομά τους από τον τόπο καταγωγής τους, όπως τα Μανιάτικα που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Λιμενεργάτες, βιομηχανικοί εργάτες και ναυτικοί είχαν αυξήσει τον αρχικό πληθυσμό, κατά 3.380 φορές στις αρχές του αιώνα μας.

Το παζάρι του Πειραιά, τα «Παλιατζίδικα», βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην οδό Κοραή, απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, πολλοί πρόσφυγες ήρθαν στην αγορά αυτή, άνοιξαν καταστήματα και της πρόσθεσαν το δικό τους χρώμα.

Αλλά σύντομα η αγορά μεταφέρθηκε στην πλατεία Καραϊσκάκη. Στην αρχή λειτουργούσε μέσα σε δύο στοές, από τις οποίες στην πρώτη πουλούσαν λαχανικά και στην δεύτερη μεταχειρισμένα ρούχα και παλιοσίδερα. Η αγορά «στου Καραϊσκάκη» πολύ γρήγορα αναπτύχθηκε. Ανάμεσα στ’ άλλα, έγινε και το λίκνο του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Βρισκόμαστε λίγο μετά το 1922. Στον πληθυσμό του Πειραιά έχουν προστεθεί τώρα και χιλιάδες πρόσφυγες. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο «πατριάρχης του ρεμπέτικου», εσωτερικό μετανάστης κι αυτός, έφτασε στον Πειραιά από τη Σύρα στα 1917. Γέννημα της Σύρας, θρέμμα όμως του Πειραιά, όπου και πέθανε (Νίκαια) το 1972, στην «Αυτοβιογραφία» του (επιμέλεια Αγγέλας Κάιλ) αφηγείται για κείνη την εποχή:

«Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά: άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε… Θυμάμαι την καταστροφή και τους πρόσφυγες, Πώς να σας το χαρακτηρίσω αυτό το πράγμα; Καταστροφή. Δεν ήσαστε από μια μεριά να δείτε τι είχε γίνει. Έμενε ο κόσμος εκεί στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκατελειμμένη. Τσαντίρια κάνανε, Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή παιδί μου… Τη μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες. Βέβαια. Όταν ήρθαν από τη Μικρά Ασία, ασφαλώς ήρθανε και οι μουσικοί τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να δουλεύουν και να γλεντάνε».

Με την συνδρομή του προσφυγικού στοιχείου, στο λιμάνι του Πειραιά γεννήθηκε το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι με την μορφή που το ξέρουμε σήμερα. Στα «Ρεμπέτικά Τραγούδια» του ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει:

«Τα ρεμπέτικα μολονότι εν πολλοίς έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη, κυρίως στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη εκαρποφόρησαν. Στον Πειραιά πριν το 1936, βασικόν επίκεντρον ρεμπέτηδων ήταν η συνοικία Καραϊσκάκη. Εκεί διαβιούσαν ο Σκριβάνος, ο Μπάτης, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μάθεσης, ο Δελιάς, ο Γενίτσαρης, ο Κερομύτης, ο Παπαϊωάννου, ο Καρυδάκιας, ο Στεφανάκος, ο Χατζηχρήστος και άλλοι δευτερότεροι».

Χαρακτηριστική αναφορά στην αγορά «στου Καραϊσκάκη» γίνεται σ’ ένα πολύ γνωστό ρεμπέτικο τραγούδι του Μιχάλης Γενίτσαρη:

Εγώ μάγκας φαινόμουνα
να γίνω από μικράκι
μ’ αρέσανε τα όμορφα
κι έμαθα μπουζουκάκι.

Αντί σχολιό μου επάγαινα
μεσ’ στου Καραϊσκάκη
να μάθω το μπουζούκι μου
και το μπαγλαδάκι.

Εκτός από τον Δελιά, τον Μάρκο και τον Στράτο (Παγιουμτζή), στην πρώτη κλασική ρεμπέτικη κομπανία συμμετείχε και ο Μπάτης. Αυτός μάλιστα διατηρούσε «μεσ’ στου Καραϊσκάκη» ένα καφενείο – τεκέ, όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής.

Η αγορά «του Καραϊσκάκη» καταστράφηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά στα 1937. Λέγεται ότι η αστυνομία, μη μπορώντας να ελέγξει τους ανθρώπους που δρούσαν σ’ εκείνο το προπολεμικό παζάρι του Πειραιά, έβαλε η ίδια φωτιά «στου Καραϊσκάκη» και… ξεμπέρδεψε έτσι με το πρόβλημα.

Μετά την πυρκαγιά, το παζάρι μεταφέρθηκε σιγά σιγά στην σημερινή του θέση. Η οδός Αλιπέδου γέμισε με ξύλινες παράγκες, εμπορεύματα και παλιατζίδικα. Λίγο μετά τον πόλεμο, υπήρχαν ακόμη και μερικά «μαγαζιά» στην Αλιπέδου που πουλούσαν ένα «πανάρχαιο εμπόρευμα», όπως το γνωστό στους παλιούς Πειραιώτες «σπίτι της Κατίγκως»…

Δυστυχώς όμως για τους ανθρώπους του παζαριού του Πειραιά μια… «επιχείρηση αρετής» του περιβόητου χουντικού δημάρχου Αρ. Σκυλίτση ισοπέδωσε με μπουλντόζες στα χρόνια της δικτατορίας τις περισσότερες παράγκες και τα μαγαζιά του παζαριού. Σώθηκαν 4-5 παλαιοπωλεία, στεγασμένα σε υπόγεια, και γύρω από αυτά ξαναζωντάνεψε με τον καιρό το παζάρι του Πειραιά.

Σήμερα, ακμαιότατο σαν ζωντανός οργανισμός, το παζάρι του μεγάλου λιμανιού τροφοδοτεί με φθηνά εμπορεύματα τις ανάγκες του εργατόκοσμου και της φτωχολογιάς του Πειραιά. Εδώ έρχονται κι οι ξένοι μετανάστες εργάτες, που δουλεύουν στην περιοχή της Αττικής, και πολλοί επαρχιώτες που φιλοξενούνται σε φιλικά τους σπίτια και θέλουν να κάνουν τα τελευταία ψώνια τους πριν πάρουν το πλοίο της επιστροφής.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που συναντήσαμε στο πειραιώτικο παζάρι της Κυριακής Μαύρους εργάτες να παζαρεύουν ρουχισμό, μια νησιώτισσα με το κίτρινο μαντήλι στο κεφάλι της να δοκιμάζει βαμβακερές νυχτικιές και μια μητέρα από εργατική συνοικία του λιμανιού να αγοράζει αθλητικά παπούτσια στον γιόκα της.

Κι ακόμη: Τον ναυτικό Γεράσιμο Λεγάτο να πουλάει πορτατίφ που έφερε σε ένα από τα ταξίδια του και να λέει «ένα μεροκάματο θέλω να βγάλω. Δύσκολοι καιροί με την ανεργία που έχει το επάγγελμά μας». Τον λιμενεργάτη Κώστα Τρ…ο να πουλάει φλώρια και καρδερίνες, που έπιασε με ξώβεργες στη Σαλαμίνα και να μη θέλει να φωτογραφηθεί, ούτε να μας πει το όνομά του, γιατί «το πιάσιμο και το εμπόριο πουλιών απαγορεύεται κι άμα σε πιάσουν, άντε μετά να καθαρίσεις».

Στο παζάρι του Πειραιά όλοι έρχονται να αγοράσουν ή να πουλήσουν. Λίγοι είναι αυτοί που έρχονται για να χαζέψουν, όπως συμβαίνει στο Μοναστηράκι. Στην περιφέρεια του παζαριού, υπάρχουν ερασιτέχνες αλλαντοποιοί που πουλάνε χωριάτικα λουκάνικα, ουρανοκατέβατοι μανάβηδες που διαθέτουν σκόρδα από το χωριό τους, γύφτοι με λαχανικά εποχής, ψησταριές για σουβλάκια, καθότι ο ποδαρόδρομος και το ψάξιμο ανοίγουν την όρεξη των κυριακάτικων πελατών του παζαριού.

Υπάρχουν βεβαίως και 4-5 παλαιοπωλεία, που είναι ανοιχτά όλη την εβδομάδα κι όπου μπορεί ο συλλέκτης να βρει σπάνια κομμάτια, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του.

Όμως πάνω από όλα, κάθε Κυριακή στον Πειραιά, συμβαίνει ένα γνήσιο λαϊκό πανηγύρι. Λειτουργεί μια πραγματική αγορά φτήνιας για την φτωχολογιά και τον εργατόκοσμο του Πειραιά.

Η αγορά που γέννησε το σημερινό παζάρι είναι, όπως είδαμε, η ξακουστή πλατεία Καραϊσκάκη, που στάθηκε το λίκνο του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Ένα ρεμπέτικο του Γ. Ροβερτάκη, με τίτλο «Να τι βγαίνει από εκεί», ίσως να μας δίνει ακόμη και σήμερα την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο Γουσουρούμ της Αθήνας και στο παζάρι του Πειραιά. Ίσως να μας δείχνει και το πόσο διαφορετικό είναι το μεγάλο λιμάνι μας. Ο Πειραιάς.

Λέει το τραγούδι:

«Ο Πειραιάς βγάζει εργάτες,
η Αθήνα αριστοκράτες,
το Κολωνάκι τους λιμοκοντόρους
κι οι Τζιτζιφιές τους σαλταδόρους»

Οι εργάτες του Πειραιά είναι οι περισσότεροι πελάτες του παζαριού. Οι λιμοκοντόροι δεν έχουν θέση εδώ. Γιατί εδώ γίνεται κάθε Κυριακή ένα από τα 2-3 πραγματικά παζάρια ολόκληρης της Ελλάδας.