Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Δύο αρχαία παιχνίδια στην Αιγιάλη

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Explore Nature (Νο 5) του «Έθνους»
Αύγουστος 2008


Στην Αμοργό η περιοχή της Αιγιάλης διατηρεί το αρχαίο της όνομα από την Αρχαϊκή Εποχή, εδώ και 2.800 χρόνια. Διατηρεί επίσης στην κοινωνική της ζωή πολλά αρχαία έθιμα, όπως είναι τα παιχνίδια που παίζονται αποκλειστικά στα δυο πιο παλιά χωριά της, τη Λαγκάδα και τα Θολάρια.

Τα Θολάρια βρίσκονται στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Αιγιάλης. Το σημερινό χωριό φημίζεται για το πειρατικό του παρελθόν, την καταπληκτική του θέα και τους «έξω καρδιά» κατοίκους του. Οι γελαστοί, γλεντζέδες και φωνακλάδες Θολαριανοί παίζουν την αρχαία μορφή του μπόουλινγκ, που στη ντοπιολαλιά ονομάζεται «μπίλιοι».

Οι μπίλιοι είναι 8 ξύλινοι στύλοι, που πελεκούνται στην κορυφή τους και παίρνουν την μορφή μπουκαλιού. Το ύψος τους είναι περίπου το διπλάσιο ενός μπουκαλιού μπύρας. Ένας ένατος μπίλιος είναι μικρότερος, περίπου μισός από τους άλλους.

Οι μπίλιοι μπαίνουν σε τρεις τριάδες, σχηματίζοντας ένα κανονικό τετράπλευρο. Κάθε παίκτης προσπαθεί, από μια καθορισμένη απόσταση, να ρίξει όσους περισσότερους μπίλιους μπορεί. Κάθε μπίλιος βαθμολογείται με έναν πόντο. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρότερος, που τοποθετείται στην μέση και βαθμολογείται με 9 πόντους, αν τον ρίξουν μόνο του. Είναι ο λεγόμενος «Εννιάς».

Για να ρίξουν τους μπίλιους χρησιμοποιούν χοντρά κούτσουρα, που έχουν πελεκηθεί κατάλληλα κι έχουν τρύπες, για να μπορούν να τα πιάνουν σταθερά. Τα κούτσουρα αντιστοιχούν στις σφαίρες που χρησιμοποιούν στο σύγχρονο μπόουλινγκ. Οι μπίλιοι αντιστοιχούν στις «κορίνες». Αυτά για όσους ξέρουν μπόουλινγκ, που παίζεται με 10 κορίνες τοποθετημένες σε σχήμα τριγώνου.

Οι καλύτεροι μπίλιοι γίνονται από πύρνο (πουρνάρι) που δίνει σκληρό ξύλο ή από ρίζα συκιάς. Πρέπει να είναι πολύ ανθεκτικοί, γιατί τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά και γρήγορα μπορεί να διαλυθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τα κούτσουρα-αμάδες.

Οι μπίλιοι παίζονται από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα μπορεί να έχει μέχρι 4 άτομα. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα πετύχει ακριβώς 31 πόντους. Αν πάει παραπάνω, τότε γυρίζει πίσω στους 17. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει 25 πόντους και ρίξει μόνο τον «Εννιά», πάει στους 34 και γυρίζει στους 17.

Θεωρείται ότι οι ρίζες του μπόουλινγκ βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο. Χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο, βρίσκουμε το μπόουλινγκ να παίζεται στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα, όπως ακριβώς στα Θολάρια με 9 ξύλα (κορίνες). Σε έναν πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν Στην εικονίζεται μία ομάδα ανδρών να παίζει με 9 ξύλα, που έχουν όλα το ίδιο ύψος, χωρίς δηλαδή το μεσαίο να είναι μικρότερο, όπως στα Θολάρια ο «Εννιάς».
Οι μπίλιοι στα Θολάρια κινδυνεύουν με εξαφάνιση από το… τσιμέντο. Το παιχνίδι θέλει χώμα. Όμως το παραδοσιακό γήπεδο, μπροστά από το μπακαλοκαφενεμεζεδοπωλείο «ο Χορευτής» έχει στρωθεί με τσιμέντο, με αποτέλεσμα η «σφαίρα-κούτσουρο» να γκελάρει, οι μπίλιοι να εκτοξεύονται με ταχύτητα και το παιχνίδι να γίνεται επικίνδυνο στο τσιμεντοστρωμένο στενοσόκακο. Ο παλιός «μπιλιαδόρος» Αργύρης Νομικός (από τους «Χορευτές») επιμένει πάντως να φτιάχνει μπίλιους και να παίζει σε κάθε ευκαιρία.
Στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο χωριό της Αιγιάλης, ευτυχώς υπήρχε ο Μανωλιός ο Βασσάλος. Δεινός «μπαλαδόρος», όταν γέμιζαν τσιμέντο τα σοκάκια του οικισμού, φρόντισε να παραμείνει το χώμα μπροστά στην ταβέρνα «ο Νίκος» του γιου του. Έτσι έμεινε απείραχτο το παλιό «γήπεδο» όπου παίζονται μέχρι σήμερα οι «μπάλες».

Θεωρείται ότι και το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο. Στον 8ο αιώνα π.Χ. παιζόταν στην αρχαία Ελλάδα, κι ένας από τους φανατικούς παίχτες του ήταν ο Ιπποκράτης. Από τους αρχαίους Έλληνες πήραν τις «μπάλες» οι Ρωμαίοι κι απ’ αυτούς πέρασε στη δυτική Ευρώπη. Στη Γαλλία, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, ονομάζεται «πετάνκ», στην Ιταλία «μπότσε» και στις αγγλοσαξωνικές χώρες «μπάλες» (bowls).

Στις «μπάλες» οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, που αποτελούνται από δύο ή τρεις παίκτες, τους «μπαλαδόρους». Κάθε παίκτης έχει στη διάθεσή του δύο ξύλινες μπάλες, διαφόρων διαστάσεων και βαρών, ανάλογα με τις επιλογές του «μπαλαδόρου».

Σημείο αναφοράς του παιχνιδιού είναι μία μικρή σφαίρα, που ονομάζεται «κόστο». Η ομάδα που θα ρίξει μία τουλάχιστον μπάλα της πιο κοντά στο «κόστο», κερδίζει την παρτίδα. Όσες μπάλες φέρει κοντά στο «κόστο» και μπροστά από τις αντίπαλες, τόσους πόντους κερδίζει. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα κερδίσει ακριβώς 21 πόντους, γιατί αν τους ξεπεράσει τότε γυρίζει πίσω στους 15.

Όπως οι «μπίλιοι», έτσι και οι «μπάλες» κατασκευάζονται από πολύ σκληρό ξύλο. Οι «μπάλες» παίζονται αυθόρμητα και καθημερινά από γηραιούς και νέους Λαγκαδιανούς, αποτελώντας μια γνήσια λαϊκή διασκέδαση που δεν έχει σχέση με τουρισμό, πολιτιστικούς συλλόγους και καλοκαιρινές εκδηλώσεις.

Οι «μπαλαδόροι» της Λαγκάδας δίνουν ονόματα στις μπάλες τους, όπως Παύλος, Καφές και Λάζαρος. Παλιότερα τις ονόμαζαν με τα παρατσούκλια των καλύτερων παικτών, όπως «Μητσέας», «Χασαπάκι» και «Μανολάκι». Το έπαθλο για τη νικήτρια ομάδα ήταν λουκουμάκια ενώ σήμερα είναι ρακή με μεζέ.

Όχι μόνο στην Αμοργό, αλλά ίσως και στο Αιγαίο ολόκληρο, τα δύο αυτά αρχαία παιχνίδια παίζονται μόνο στην Αιγιάλη. Οι «μπάλες», σε μια παραλλαγή τους, παίζονταν και στην παλιά ορεινή πρωτεύουσα της Πάρου, τις Λεύκες, που είχαν έντονο κρητικό στοιχείο. Στις Λεύκες πάντως είχε ένα μεγάλο μετόχι η Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού, το οποίο ίσως να συνδέεται με τις «μπάλες».

Η παρουσία των δύο αρχαίων παιχνιδιών στην Αιγιάλη αποτελεί μυστήριο. Όπως μυστήριο είναι το γιατί οι «μπάλες» παίζονται μόνο στη Λαγκάδα και οι «μπίλιοι» μόνο στα Θολάρια.
Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν στην Αμοργό, όπως ο παρόμοιος με τις αγγειογραφίες στολισμός με κορδέλες στο αποκριάτικο έθιμο του «Καπετάνιου». Όπως τα πανηγύρια, που θυμίζουν τις γιορτές για την Ιτωνία Αθηνά, που περιγράφονται στις αρχαίες επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Αμοργό.

Ψηλά από τα Θολάρια και τη Λαγκάδα της Αιγιάλης, η θέα αγκαλιάζει την υπόλοιπη Αμοργό. Από εκεί ψηλά οι πιστοί φίλοι του νησιού ξέρουν να διακρίνουν τον αρχαίο πύργο στο Ρίχτι, που αποτελεί το σύνορο της Αιγιάλης με τη Χώρα, και πιο πίσω δύο άλλα προϊστορικά μυστικά της Αμοργού. Το μυστηριώδες «Τραπεζοπέτρι» και τον παράξενο «Πύργο του Γιαννούλα».

Είναι αλήθεια ότι η Αμοργός έχει πολλά κρυμμένα μυστικά…

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Πάσχα στην Αμοργό

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Ταξίδια» της «Καθημερινής», 23/04/2008


Το 1882 ο άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Τζέημς Μπεντ επισκέπτεται τις Κυκλάδες. Καρπός του ταξιδιού του ήταν το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους Έλληνες νησιώτες», που εκδόθηκε το 1885 στο Λονδίνο και περιλαμβάνει αυθεντικές και συναρπαστικές στιγμές για τις κυκλαδίτικες κοινωνίες στις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Για την Αμοργό, ο Μπεντ αρχίζει την διήγησή του ως εξής:

«Η Αμοργός είναι το πιο μακρινό νησί του συμπλέγματος των Κυκλάδων και θα έλεγα ο προμαχώνας του σύγχρονου ελληνικού βασιλείου. Εκτός από το Πάσχα, θα ήταν ενδιαφέρουσα μία επίσκεψη σε οποιαδήποτε άλλη εποχή για τις περίεργες ενδυμασίες, τα έθιμα και την ανόθευτη απλότητα της Αμοργού. Αλλά οι πιο τυχεροί είναι αυτοί που μπορούν να την επισκεφτούν το Πάσχα, που είναι η μεγάλη γιορτή της Αμοργού, γιατί εδώ το Πάσχα γιορτάζεται διαφορετικά από τα άλλα μέρη της Ελλάδας».

Και συνεχίζει να γιορτάζεται διαφορετικά μέχρι τις μέρες μας, ακολουθώντας τα βυζαντινά έθιμα, μέσα σε μια ανοιξιάτικη φύση που προσφέρει απλόχερα ένα ατέλειωτο πλήθος αγριολούλουδων, χρωμάτων και αρωμάτων.

Τα αρώματα που κυριαρχούν, κι έξω στη φύση και μέσα στους οικισμούς της πασχαλιάτικης Αμοργού, είναι του φασκόμηλου και της ρίγανης. Από νωρίς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής όλοι οι δρόμοι των χωριών, απ’ όπου θα περάσει ο Επιτάφιος, και το εσωτερικό των εκκλησιών στρώνονται με φρεσκοκομμένα ανθισμένα βλαστάρια δύο ειδών φασκόμηλου και ενός είδους άγριας ρίγανης που ονομάζεται «αργανιά». Απελευθερωμένα από τις πατημασιές των περαστικών τα αιθέρια έλαια, δημιουργούν μια μεθυστική ατμόσφαιρα στα χωριά της Αμοργού και αποτελούν ταυτόχρονα μια σπονδή στην φύση που αναγεννιέται και στον Θεό που ανασταίνεται.

Τα αναστάσιμα έθιμα της Αμοργού πηγαίνουν πολύ πιο πίσω από το βυζαντινή περίοδο και χάνονται στην προϊστορική εποχή. Το Σάββατο του Λαζάρου οι νοικοκυρές πλάθουν με ζυμάρι ανθρωπόμορφα σχήματα. Ονομάζονται «λάζαροι», «λαζαράκια» ή «κουκλάκια» και θυμίζουν τις μορφές των πρωτοκυκλαδικών εδωλίων, από τα οποία τα πιο γνωστά άλλωστε προέρχονται από την Αμοργό κι ονομάζονται επίσης «κουκλάκια». Τα τελευταία χρόνια το έθιμο τείνει να εγκαταλειφθεί και η αιτία είναι μάλλον πεζή. Οι σύγχρονοι φούρνοι εξαφάνισαν τους σπιτικούς φούρνους και οι Αμοργιανές σταμάτησαν να πλάθουν και να ψήνουν «λαζαράκια, με εξαίρεση λίγες οικογένειες.

Ο Τζέημς Μπεντ περιγράφει ένα ακόμα αρχαίο χθόνιο έθιμο από την Χώρα του 1882. Μια ομάδα παιδιών περιέφερε από σπίτι σε σπίτι μια ντυμένη κούκλα, που την ονόμαζαν «Λάζαρο», κι έλεγαν τραγούδια με θέμα το τι είδε ο Λάζαρος στον Κάτω Κόσμο. Στο τέλος οι νοικοκυρές τους φίλευαν με αυγά και τσουρέκια.

Μια χειροπιαστή απόδειξη για την αρχαιότητα των εθίμων της Αμοργού ήταν η λειτουργία μέχρι πρόσφατα του υδρομαντείου στον Άγιο Γιώργη τον Βαρσαμίτη. Οι Αμοργιανοί το συμβουλεύονταν κανονικά και θα συνέχιζαν πολλοί να το συμβουλεύονται έως σήμερα, αν δεν το είχε κλείσει στην δεκαετία 1960-70 με απόφασή του ο τότε μητροπολίτης Θήρας, Αμοργού και Νήσων.

Παρότι μερικά έθιμα αργοσβήνουν, λόγω της κοινωνικής εξέλιξης, στην Χώρα της Αμοργού δημιουργήθηκε ένα νέο πασχαλιάτικο έθιμο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το βράδυ της περιφοράς του Επιταφίου όλα τα στενά και τα σκαλιά του βυζαντινού οικισμού της Χώρας γεμίζουν με εκατοντάδες αυτοσχέδιες φωτιές, που ανάβονται σε μικρά πήλινα ή μεταλλικά σκεύη. Το έθιμο ξεκίνησε από την Απάνω Γειτονιά και σύντομα υιοθετήθηκε απ’ όλους. Τα τελευταία χρόνια η γενική φωταψία της Χώρας τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται πιο οργανωμένα, με την φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου «Σημωνίδης».

Η Χώρα της Αμοργού είναι ένας αυθεντικός βυζαντινός οικισμός. Ο οικιστικός της πυρήνας ανάγεται στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Φαίνεται ότι από τον 7ο αιώνα και μετά οι επιδρομές των Αράβων στο Αιγαίο ανάγκασαν τους κατοίκους να μετατοπίσουν τους οικισμούς τους από τις παραλιακές θέσεις προς το εσωτερικό του νησιού, για λόγους ασφαλείας και καλύτερης αμυντικής οργάνωσης.

Γύρω από έναν φυσικό βράχο, με ίχνη κατοίκησης από την 3η π.Χ. χιλιετία, οι κάτοικοι των αρχαίων πόλεων Μινώας και Αρκεσίνης, συγκεντρώθηκαν σταδιακά στην βυζαντινή ακρόπολη του Κάστρου, όπως λεγόταν μέχρι πριν 100 περίπου χρόνια η σημερινή Χώρα της Αμοργού. Αντίστοιχα, στο ανατολικό άκρο του νησιού οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγιάλης δημιούργησαν τον δικό τους βυζαντινό οικισμό, την Λαγκάδα, με παρόμοια χαρακτηριστικά μ’ αυτά του Κάστρου-Χώρας.

Η οικιστική οργάνωση της αμοργιανής Χώρας είναι τυπικά βυζαντινή. Ο φυσικός βράχος, που έχει λαξευτεί κατάλληλα, αντιστοιχεί στην βυζαντινή ακρόπολη. Κάτω από τον βράχο-ακρόπολη απλώνονται τα σπίτια της Χώρας, που συνδέονται με καμάρες και σχηματίζουν έναν λαβύρινθο στενοσόκακων, ο οποίος παλιότερα αποτελούσε στοιχείο της αμυντικής οργάνωσης και τώρα είναι χαρακτηριστικό της πολυφωτογραφημένης χωραΐτικης γραφικότητας. Ένα πλήθος βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών, ένα φαρδύ καλντερίμι (το «πλατύστενο») που διατρέχει τον οικισμό, μία κεντρική πλατεία (η «λόζα») και μια μικρότερη πλατεία (το «πλατεάκι») συμπληρώνουν την πολεοδομική φυσιογνωμία της Χώρας της Αμοργού.

Αν στην υπόλοιπη Ελλάδα το Πάσχα τελειώνει με το βράδυ της Ανάστασης και το αρνί της Κυριακής, στην Χώρα της Αμοργού ο αναστάσιμος εορτασμός συνεχίζεται για μία ακόμα εβδομάδα.

Ακολουθώντας αρχαία έθιμα, όπως αυτά καταγράφονται στις επιγραφές των τριών αρχαίων πόλεων του νησιού Μινώας, Αρκεσίνης και Αιγιάλης, την Κυριακή του Πάσχα βγαίνουν οι εικόνες από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας και αρχίζει ο καθαγιασμός των περιοχών της Χώρας.

Το μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας ιδρύθηκε γύρω στον 8ο αιώνα, στην εποχή της Εικονομαχίας. Η προφορική παράδοση και άλλα στοιχεία συνδέουν την ίδρυση του με καταδιωγμένους χριστιανούς από τους Αγίους Τόπους και την Κύπρο που βρήκαν καταφύγιο στην Αμοργό. Η μονή της Χοζοβιώτισσας και η Χώρα της Αμοργού είναι από τότε απόλυτα συνδεδεμένες.

Η λιτάνευση των εικόνων αρχίζει το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα. Με προπομπό το λάβαρο της Αναστάσεως, οι εικόνες της Παναγίας Χοζοβιώτισσας και του Αγίου Γεωργίου του Βαρσαμίτη μεταφέρονται στην Χώρα, στο ναό του Χριστού Φωτοδότη που είναι ένα ακόμα βυζαντινό μνημείο της Χώρας. Τις επόμενες μέρες οι εικόνες πηγαίνουν στον Βαρσαμίτη κι από εκεί κατεβαίνουν στα Κατάπολα. Έτσι καθαγιάζονται τα χωράφια, τα βοσκοτόπια, το λιμάνι και η θάλασσα.
Μία άλλη ομάδα εικόνων πηγαίνει στην Αιγιάλη, για τον καθαγιασμό του ανατολικού άκρου της Αμοργού με τους οικισμούς Λαγκάδα, Θολάρια, Ποταμό, Στρούμπο και Όρμο. Την Κυριακή του Θωμά οι εικόνες επιστρέφουν στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας.

Μέσα σε μια φύση που πάλλεται από χρώματα και αρώματα, πάνω από κάθετους γκρεμούς και σε παλιά μονοπάτια που σου δίνουν την αίσθηση ότι πετάς πάνω από την θάλασσα, μέσα από ανθισμένα λιβάδια και υγρές ρεματιές με το άρωμα του φασκόμηλου και της ρίγανης να διαχέονται στην ατμόσφαιρα, τα πασχαλινά έθιμα της Αμοργού συνδέουν με τα αόρατα νήματά τους τα ψηφιακό μας σήμερα με τους βυζαντινούς «λάζαρους» και τα πρωτοκυκλαδικά «κουκλάκια».
Κι όπως γινόταν πάντοτε σε κάθε γιορτή στην Αμοργό, από την πρωτοκυκλαδική Μαρκιανή, την ομηρική Μινώα, την κλασική Αιγιάλη, την ελληνιστική Αρκεσίνη και το βυζαντινό Κάστρο, έτσι και στη σημερινή Χώρα η μεγάλη γιορτή τελειώνει με μουσικές, τραγούδια και κυκλικούς χορούς.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Το παζάρι του Περαιά

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εικόνες» το 1988, με τίτλο «Πάρε κόσμε»

Πειραιάς. Κυριακή πρωί. Από την πλατεία Ιπποδαμείας και παράλληλα με τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, ένα πολύβουο πλήθος ξεχύνεται μέσα στην οδό Αλιπέδου. Άλλοι αγοράζουν, άλλοι διαλαλούν, άλλοι παζαρεύουν… Βρισκόμαστε στο παζάρι του Πειραιά. Εδώ γίνεται, κάθε Κυριακή, ένα από τα 2-3 πραγματικά παζάρια ολόκληρης της Ελλάδας.

Το παζάρι είναι μια πραγματική λαϊκή αγορά, όπου ο καθένας μπορεί, όχι μόνο να αγοράσει τα πιο ετερόκλητα εμπορεύματα, αλλά και να πουλήσει κάθε είδους αντικείμενο. Είδη ένδυσης, τρόφιμα, περίεργα αντικείμενα, εξωτικά είδη, ωδικά πουλιά, παλιά αντικείμενα, εργαλεία, είδη νοικοκυριού, παλιά ανταλλακτικά και εξαρτήματα μηχανών, βιβλία, περιοδικά, δίσκοι, κασέτες και στρατιωτικό υλικό εξοπλισμού είναι ένας μέρος των εμπορευμάτων που πουλιούνται στο παζάρι του Πειραιά. Με δυο λόγια, ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του επαγγελματία αλλά και του αυτοσχέδιου πωλητή της Κυριακής.

Ο Πειραιάς, παρά τις αλλαγές των τελευταίων χρόνων, παραμένει το μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο της χώρας. Και κάτι ακόμη: μαζί με τις συνοικίες του (Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Ταμπούρια, Νίκαια, Κορυδαλλός, Πέραμα, Αμφιάλη…) είναι η πόλη του μόχθου, της φτωχολογιάς, του εργατόκοσμου και της προσφυγιάς. Μια πόλη που, παρότι ενώθηκε με την Αθήνα, διατηρεί την δική της φυσιογνωμία, τον δικό της τρόπο ζωής, τους δικούς της ανθρώπους. Και φυσικά το δικό της παζάρι.

Αλλά για να καταλάβουμε την λειτουργία του παζαριού στον σημερινό Πειραιά, είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στην ιστορία του μεγάλου μας λιμανιού, στην παλιά του αγορά «στου Καραϊσκάκη», στο προσφυγικό ρεύμα και στον εργατόκοσμο του Πειραιά.

Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας ο Πειραιάς είχε ερημωθεί. Όταν οι Έλληνες απελευθέρωσαν την περιοχή, στις 25 Ιανουαρίου 1827, βρήκαν μόνο το παράπηγμα ενός γέρο – Τούρκου τελωνοφύλακα, τα σπίτια 6 ψαράδων και το μισοκαταστραμμένο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα με 10 καλόγερους. Υπήρχε ακόμη το σπιτάκι, που είχε χτίσει το 1776 ένας περίεργος Γάλλος, που ονομαζόταν Καϊράκ.

1827 λοιπόν. Επίσημος πληθυσμός του Πειραιά: κάτοικοι 22..!
Η εξέλιξη που ακολούθησε ήταν ταχύτατη.

1834: κάτοικοι 600
1854: κάτοικοι 6.000
1907: κάτοικοι 73.579
1920: κάτοικοι 133.482
1928: κάτοικοι 189.620

Με την ανάπτυξη του λιμανιού και την εγκατάσταση δεκάδων βιομηχανιών, ο Πειραιάς έγινε το πρώτο οικονομικό κέντρο της Χώρας. Εδώ ξεμπάρκαραν οι περιπλανώμενοι της εσωτερικής μετανάστευσης. Εδώ δημιούργησαν οι μετανάστες ολόκληρες συνοικίες, που πήραν το όνομά τους από τον τόπο καταγωγής τους, όπως τα Μανιάτικα που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Λιμενεργάτες, βιομηχανικοί εργάτες και ναυτικοί είχαν αυξήσει τον αρχικό πληθυσμό, κατά 3.380 φορές στις αρχές του αιώνα μας.

Το παζάρι του Πειραιά, τα «Παλιατζίδικα», βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην οδό Κοραή, απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, πολλοί πρόσφυγες ήρθαν στην αγορά αυτή, άνοιξαν καταστήματα και της πρόσθεσαν το δικό τους χρώμα.

Αλλά σύντομα η αγορά μεταφέρθηκε στην πλατεία Καραϊσκάκη. Στην αρχή λειτουργούσε μέσα σε δύο στοές, από τις οποίες στην πρώτη πουλούσαν λαχανικά και στην δεύτερη μεταχειρισμένα ρούχα και παλιοσίδερα. Η αγορά «στου Καραϊσκάκη» πολύ γρήγορα αναπτύχθηκε. Ανάμεσα στ’ άλλα, έγινε και το λίκνο του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Βρισκόμαστε λίγο μετά το 1922. Στον πληθυσμό του Πειραιά έχουν προστεθεί τώρα και χιλιάδες πρόσφυγες. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο «πατριάρχης του ρεμπέτικου», εσωτερικό μετανάστης κι αυτός, έφτασε στον Πειραιά από τη Σύρα στα 1917. Γέννημα της Σύρας, θρέμμα όμως του Πειραιά, όπου και πέθανε (Νίκαια) το 1972, στην «Αυτοβιογραφία» του (επιμέλεια Αγγέλας Κάιλ) αφηγείται για κείνη την εποχή:

«Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά: άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε… Θυμάμαι την καταστροφή και τους πρόσφυγες, Πώς να σας το χαρακτηρίσω αυτό το πράγμα; Καταστροφή. Δεν ήσαστε από μια μεριά να δείτε τι είχε γίνει. Έμενε ο κόσμος εκεί στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκατελειμμένη. Τσαντίρια κάνανε, Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή παιδί μου… Τη μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες. Βέβαια. Όταν ήρθαν από τη Μικρά Ασία, ασφαλώς ήρθανε και οι μουσικοί τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να δουλεύουν και να γλεντάνε».

Με την συνδρομή του προσφυγικού στοιχείου, στο λιμάνι του Πειραιά γεννήθηκε το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι με την μορφή που το ξέρουμε σήμερα. Στα «Ρεμπέτικά Τραγούδια» του ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει:

«Τα ρεμπέτικα μολονότι εν πολλοίς έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη, κυρίως στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη εκαρποφόρησαν. Στον Πειραιά πριν το 1936, βασικόν επίκεντρον ρεμπέτηδων ήταν η συνοικία Καραϊσκάκη. Εκεί διαβιούσαν ο Σκριβάνος, ο Μπάτης, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μάθεσης, ο Δελιάς, ο Γενίτσαρης, ο Κερομύτης, ο Παπαϊωάννου, ο Καρυδάκιας, ο Στεφανάκος, ο Χατζηχρήστος και άλλοι δευτερότεροι».

Χαρακτηριστική αναφορά στην αγορά «στου Καραϊσκάκη» γίνεται σ’ ένα πολύ γνωστό ρεμπέτικο τραγούδι του Μιχάλης Γενίτσαρη:

Εγώ μάγκας φαινόμουνα
να γίνω από μικράκι
μ’ αρέσανε τα όμορφα
κι έμαθα μπουζουκάκι.

Αντί σχολιό μου επάγαινα
μεσ’ στου Καραϊσκάκη
να μάθω το μπουζούκι μου
και το μπαγλαδάκι.

Εκτός από τον Δελιά, τον Μάρκο και τον Στράτο (Παγιουμτζή), στην πρώτη κλασική ρεμπέτικη κομπανία συμμετείχε και ο Μπάτης. Αυτός μάλιστα διατηρούσε «μεσ’ στου Καραϊσκάκη» ένα καφενείο – τεκέ, όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής.

Η αγορά «του Καραϊσκάκη» καταστράφηκε από μια μεγάλη πυρκαγιά στα 1937. Λέγεται ότι η αστυνομία, μη μπορώντας να ελέγξει τους ανθρώπους που δρούσαν σ’ εκείνο το προπολεμικό παζάρι του Πειραιά, έβαλε η ίδια φωτιά «στου Καραϊσκάκη» και… ξεμπέρδεψε έτσι με το πρόβλημα.

Μετά την πυρκαγιά, το παζάρι μεταφέρθηκε σιγά σιγά στην σημερινή του θέση. Η οδός Αλιπέδου γέμισε με ξύλινες παράγκες, εμπορεύματα και παλιατζίδικα. Λίγο μετά τον πόλεμο, υπήρχαν ακόμη και μερικά «μαγαζιά» στην Αλιπέδου που πουλούσαν ένα «πανάρχαιο εμπόρευμα», όπως το γνωστό στους παλιούς Πειραιώτες «σπίτι της Κατίγκως»…

Δυστυχώς όμως για τους ανθρώπους του παζαριού του Πειραιά μια… «επιχείρηση αρετής» του περιβόητου χουντικού δημάρχου Αρ. Σκυλίτση ισοπέδωσε με μπουλντόζες στα χρόνια της δικτατορίας τις περισσότερες παράγκες και τα μαγαζιά του παζαριού. Σώθηκαν 4-5 παλαιοπωλεία, στεγασμένα σε υπόγεια, και γύρω από αυτά ξαναζωντάνεψε με τον καιρό το παζάρι του Πειραιά.

Σήμερα, ακμαιότατο σαν ζωντανός οργανισμός, το παζάρι του μεγάλου λιμανιού τροφοδοτεί με φθηνά εμπορεύματα τις ανάγκες του εργατόκοσμου και της φτωχολογιάς του Πειραιά. Εδώ έρχονται κι οι ξένοι μετανάστες εργάτες, που δουλεύουν στην περιοχή της Αττικής, και πολλοί επαρχιώτες που φιλοξενούνται σε φιλικά τους σπίτια και θέλουν να κάνουν τα τελευταία ψώνια τους πριν πάρουν το πλοίο της επιστροφής.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που συναντήσαμε στο πειραιώτικο παζάρι της Κυριακής Μαύρους εργάτες να παζαρεύουν ρουχισμό, μια νησιώτισσα με το κίτρινο μαντήλι στο κεφάλι της να δοκιμάζει βαμβακερές νυχτικιές και μια μητέρα από εργατική συνοικία του λιμανιού να αγοράζει αθλητικά παπούτσια στον γιόκα της.

Κι ακόμη: Τον ναυτικό Γεράσιμο Λεγάτο να πουλάει πορτατίφ που έφερε σε ένα από τα ταξίδια του και να λέει «ένα μεροκάματο θέλω να βγάλω. Δύσκολοι καιροί με την ανεργία που έχει το επάγγελμά μας». Τον λιμενεργάτη Κώστα Τρ…ο να πουλάει φλώρια και καρδερίνες, που έπιασε με ξώβεργες στη Σαλαμίνα και να μη θέλει να φωτογραφηθεί, ούτε να μας πει το όνομά του, γιατί «το πιάσιμο και το εμπόριο πουλιών απαγορεύεται κι άμα σε πιάσουν, άντε μετά να καθαρίσεις».

Στο παζάρι του Πειραιά όλοι έρχονται να αγοράσουν ή να πουλήσουν. Λίγοι είναι αυτοί που έρχονται για να χαζέψουν, όπως συμβαίνει στο Μοναστηράκι. Στην περιφέρεια του παζαριού, υπάρχουν ερασιτέχνες αλλαντοποιοί που πουλάνε χωριάτικα λουκάνικα, ουρανοκατέβατοι μανάβηδες που διαθέτουν σκόρδα από το χωριό τους, γύφτοι με λαχανικά εποχής, ψησταριές για σουβλάκια, καθότι ο ποδαρόδρομος και το ψάξιμο ανοίγουν την όρεξη των κυριακάτικων πελατών του παζαριού.

Υπάρχουν βεβαίως και 4-5 παλαιοπωλεία, που είναι ανοιχτά όλη την εβδομάδα κι όπου μπορεί ο συλλέκτης να βρει σπάνια κομμάτια, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του.

Όμως πάνω από όλα, κάθε Κυριακή στον Πειραιά, συμβαίνει ένα γνήσιο λαϊκό πανηγύρι. Λειτουργεί μια πραγματική αγορά φτήνιας για την φτωχολογιά και τον εργατόκοσμο του Πειραιά.

Η αγορά που γέννησε το σημερινό παζάρι είναι, όπως είδαμε, η ξακουστή πλατεία Καραϊσκάκη, που στάθηκε το λίκνο του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Ένα ρεμπέτικο του Γ. Ροβερτάκη, με τίτλο «Να τι βγαίνει από εκεί», ίσως να μας δίνει ακόμη και σήμερα την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο Γουσουρούμ της Αθήνας και στο παζάρι του Πειραιά. Ίσως να μας δείχνει και το πόσο διαφορετικό είναι το μεγάλο λιμάνι μας. Ο Πειραιάς.

Λέει το τραγούδι:

«Ο Πειραιάς βγάζει εργάτες,
η Αθήνα αριστοκράτες,
το Κολωνάκι τους λιμοκοντόρους
κι οι Τζιτζιφιές τους σαλταδόρους»

Οι εργάτες του Πειραιά είναι οι περισσότεροι πελάτες του παζαριού. Οι λιμοκοντόροι δεν έχουν θέση εδώ. Γιατί εδώ γίνεται κάθε Κυριακή ένα από τα 2-3 πραγματικά παζάρια ολόκληρης της Ελλάδας.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Καισάρεια: Μια ελληνική πόλη στα υψίπεδα του Γκολάν


Η Καισάρεια του Φιλίππου είναι η μοναδική αρχαία ελληνική πόλη, την οποία επισκέφθηκε και δίδαξε ο Χριστός. Οι σχετικές διηγήσεις αναφέρονται στα ευαγγελικά κείμενα του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά.

Σ΄ αυτήν την σπουδαία αρχαία πόλη, που βρίσκεται δίπλα στις πηγές του ποταμού Ιορδάνη στο σημερινό βορειοανατολικό Ισραήλ, διενεργεί ανασκαφικές έρευνες η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπεύθυνος του προγράμματος είναι ο καθηγητής Ηλίας Οικονόμου και υπεύθυνος της αποστολής στο Ισραήλ ο επίκουρος καθηγητής Νικόλαος Ολυμπίου.

Αν και όλες οι ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, μαζί με τις ενδοχώρες τους, είναι κατάφορτες από ελληνικά μνημεία, η Ελλάδα απουσιάζει παντελώς από τις αρχαιολογικές έρευνες. Η ανασκαφή στην Καισάρεια του Φιλίππου είναι μία από τις ελάχιστες έρευνες, στις οποίες συμμετέχει ελληνικός φορέας. Αξίζει όχι μόνο τα συγχαρητήριά όλων μας αλλά και την ενίσχυση από τους αρμόδιους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς η αρχαιολογική έρευνα της Θεολογικής Σχολής και του καθηγητή Ν. Ολυμπίου.

Οι συστηματικές ανασκαφές στην Καισάρεια (Πανειάδα) άρχισαν το 1988, υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Ισραήλ, στην οποία προίσταται ένας Έλληνας αρχαιολόγος, ο Β. Τζαφέρης. Από το 1990 συμμετέχει στην έρευνα (μαζί με αμερικανικά πανεπιστήμια και κολέγια) και η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Πρόκειται για μία ελληνική πόλη, που έχει τον αντίστοιχο σχεδιασμό με όλα τα κοινωνικά, λατρευτικά και πολιτιστικά ιδρύματα, όπως γυμνάσια, θέατρα, νυμφαία και αγορά. Οι κάτοικοι της ήταν Έλληνες ή ελληνόφωνοι Ιτουραίοι και Φοίνικες», μας πληροφορεί ο καθηγητής Ν. Ολυμπίου.

Η έρευνα έχει κλείσει 12 αρχαιολογικές περιόδους με αποτέλεσμα η περιοχή να εξελιχθεί στην σπουδαιότερη ανασκαφή στο κράτος του Ισραήλ. Έχουν αποκαλυφθεί το ιερό του Πανός, λατρευτικοί χώροι, επιγραφές (όλες ελληνικές), το ανάκτορο, ένα ρωμαϊκό αψιδωτό κτίριο, η αγορά (Forum), μία χριστιανική βασιλική και πλήθος άλλων κτιρίων διαφόρων περιόδων.
Η συμμετοχή στην αρχαιολογική έρευνα της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών όχι μόνο πιστοποιεί τις εξαιρετικές σχέσεις που έχουμε με τους φίλους Ισραηλινούς αλλά δείχνει τον δρόμο και σε άλλους ελληνικούς φορείς για συμμετοχή σε παρόμοιες έρευνες σε χώρες με ελληνικά μνημεία.

Επανερχόμαστε στην Καισάρεια. Με το όνομα αυτό υπάρχουν αρκετές πόλεις. Πρόκειται για παλαιότερους ή νεώτερους οικισμούς, που στην ρωμαϊκή εποχή πήραν το όνομα αυτό προς τιμήν του Καίσαρα. Η πιο γνωστή σε μας σήμερα είναι η Καισάρεια της Καππαδοκίας, πατρίδα του Αγίου Βασιλείου. Μία άλλη πολύ σημαντική, βρίσκεται κι αυτή στο Ισραήλ. Πρόκειται για την Παράλια Καισάρεια (Caesaria Maritima) για την οποία ο καθηγητής Νικόλαος Π. Ολυμπίου σημειώνει:

«Η Καισάρεια της Μεσογείου, πόλη ελληνικότατη, βρισκόταν στο δυτικό άκρο της πεδιάδας Σαρών και στο μέσον περίπου της μεταξύ της Χάϊφα και του Τελ Αβίβ παραλιακής ακτής. Αρχικά ονομαζόταν «πύργος του Στράτωνος», καθότι το πρώτο κτίσμα «ιδρυθέν υπό του Στράτωνος, ός εξ Ελλάδος αναστάς γέγονεν αυτής οικιστής». Αργότερα διευρύνθηκε και εξωραίστηκε από τον Ηρώδη τον Μέγα (13 π.Χ.) και μετονομάστηκε, προς τιμήν του Καίσαρος Αυγούστου, Καισάρεια. Στη συνέχεια κατέστη η πρωτεύουσα ολόκληρης της Παλαιστίνης, ενώ κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ολόκληρη η Παλαιστίνη, μηδέ και αυτής της Ιερουσαλήμ εξαιρουμένης (μέχρι τον 5ο αιώνα) εξηρτάτο εκκλησιαστικώς από την Καισάρεια».

Η παραλιακή Καισάρεια, της οποίας ένα τμήμα βρίσκεται μέσα στην θάλασσα, ανασκάπτεται κι έχει αποδώσει εντυπωσιακά ευρήματα. Εντυπωσιακότερη όμως για την αρχαιοελληνική παρουσία στην Μέση Ανατολή αποδεικνύεται η Καισάρεια του Φιλίππου.

Αυτή η μεσογειακή Καισάρεια του Φιλίππου βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Ισραήλ, στους πρόποδες του όρους «Ερμών» και δίπλα ακριβώς στις πηγές του ποταμού Ιορδάνη. Η θέση της (στα σημερινά υψίπεδα του Γκολάν) είναι στρατηγικότατη, γιατί από εκεί διέρχεται η μοναδική φυσική διάβαση που οδηγεί από το Ισραήλ στην Συρία και γιατί ελέγχει τα εκατέρωθεν πεδινά μέρη.

Πριν οικοδομηθεί η πόλη, η περιοχή ήταν γνωστή με την ονομασία Πανειάς, προς τιμήν του θεού Πάνα, η λατρεία του οποίου γινόταν σ΄ ένα σπήλαιο, πάνω ακριβώς από τις πηγές του Ιορδάνη.

Η λατρεία του τραγοπόδαρου θεού Πάνα είναι φυσικά ελληνικότατη και συνδέεται με την πανάρχαια Αρκαδία. Είναι εντυπωσιακό ολόκληρη η περιοχή των πηγών του Ιορδάνη, ψηλά στα υψίπεδα του Γκολάν, να είναι γεμάτη μόνο με ελληνικές επιγραφές, σαν κι αυτήν:
«Την Δε θεάν ανέθηκε Φιλευήχω Διοπανί Ουίκτωρ ρητήρ Λυσιμάχοιο γόνος.» (Αυτή εδώ την θεά αφιέρωσε στον φιλάκοο Διοπάνα ο ιερέας Βίκτωρ ο γιος του Λυσιμάχου.)

Η ιερή περιοχή Πανειάς στο σημερινό βορειανατολικό Ισραήλ, γνώρισε μεγάλη δραστηριότητα από την πρώιμη ελληνιστική εποχή. Επί εποχής Ηρώδη του Μεγάλου (34 - 4 π.Χ.), οι λατρείες επεκτάθηκαν, χτίστηκαν ναοί και η Πανειάς γνώρισε μεγάλη ακμή.

Μετά τον θάνατο του Ηρώδη η Πανειάς παραχωρήθηκε στον γιο του Φίλιππο (4 π.Χ. - 34 μ.Χ.), ο οποίος έκτισε κοντά στις πηγές του Ιορδάνη πόλη, που την ονόμασε Καισάρεια, προς τιμήν του προστάτη της οικογένειάς του Καίσαρα (το 3 π.Χ.).

Πρόκειται, δηλαδή, για μία ελληνική πόλη που ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε ακριβώς στα χρόνια του Χριστού.

Κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα ήταν το σπουδαιότερο πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Τα νομίσματά της φέρουν την ελληνική επιγραφή «Καισάρεια σεβαστή ιερά και άσυλος υπό Πάνειο».

Στις αρχές του 4ου αιώνα, ο χριστιανισμός είχε εδραιωθεί στην Καισάρεια. Λειτουργούσε η «Επισκοπή Πανεάδος», με πρώτο γνωστό επίσκοπο τον Φιλόκαλο, ο οποίος παρέστη και στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ.

Μετά την αραβική κυριαρχία (7ος - 8ος αιώνας) η Καισάρεια παρήκμασε αλλά διατήρησε παραφθαρμένο το πανάρχαιο όνομα της ως «Μπανιάς».

Σήμερα και μετά την έναρξη της αρχαιολογικής έρευνας, όχι μόνο οι επιστήμονες αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής την αποκαλούν με το πανάρχαιο όνομά της:

Πανειάς...


Η επίσκεψη του Χριστού

Η επίσκεψη του Χριστού στην ελληνική Καισάρεια αποτελεί ένα σπουδαίο γεγονός. Κατά την διάρκεια της ο Πέτρος ομολόγησε την πίστη του στον «Υιό του Θεού του ζώντος». Η παραμονή του Χριστού στην περιοχή συνδέεται επίσης με την Μεταμόρφωση και τα Αγια Πάθη.

Στην ελληνική Καισάρεια φαίνεται ότι έγινε η προετοιμασία, πριν την κάθοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και την πορεία του προς την Σταύρωση. Η πληρέστερη αναφορά γίνεται από τον Ματθαίο και αρχίζει ως εξής:

«Ελθών δε ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας του Φιλίππου ηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων: τίνα λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον: οι μεν τον Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτερος δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών. Λέγει αυτοίς: Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος είπεν: συ εί Χριστός ο Υιός του Θεού ζώντος...»

Σχετικά με την Μεταμόρφωση ο καθηγητής Ν. Ολυμπίου σημειώνει:

«Η χριστιανική παράδοση από τους αρχαιοτάτους χρόνους δέχεται ότι η Μεταμόρφωση του κυρίου έλαβε χώρα στο όρος Θαβώρ. Παρά ταύτα αρκετοί από τους νεώτερους ερευνητές θεωρούν πιθανότερο ότι ο Κύριος μεταμορφώθηκε στο όρος Ερμών, που καλείται και Πάνειον, και βρίσκεται κοντά στην Καισάρεια (Πανειάδα). Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στη μεγάλη απόσταση που χωρίζει το όρος Θαβώρ από την Καισάρεια του Φιλίππου. Πράγματι, είναι αδύνατο να καλυφθεί η απόσταση αυτή σε διάστημα μίας μόνον ημέρας αφού, όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο Χριστός και οι τρεις μαθητές του κατέβηκαν από το όρος την αμέσως επόμενη ημέρα. Σε συνάφεια με την εκδοχή αυτή θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο Ιησούς ήθελε προφανώς να καθαγιάσει και την περιοχή αυτή, στην οποία μέχρι τότε ετελείτο η παγανιστική λατρεία».
 Δημοσιεύθηκε το 1998 στον "Αδέσμευτο Τύπο"

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Ο πρωθυπουργός είναι ασθενής: αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί


Αυτό το... έργο, που παίζεται στο Ωνάσειο, το έχουμε ξαναδεί. Ήταν το 1988, όταν η διακυβέρνηση της χώρας γινόταν από την εντατική μονάδα του Χέρφιλντ μέσω φαξ, τηλεφώνων, πρωθυπουργικών φίλων και αναπληρωτών.

Το ίδιο έργο το έχει ξαναζήσει η χώρα άλλες 3 φορές μεταπολεμικά, με τους πρωθυπουργούς Νικόλαο Πλαστήρα, Αλέξανδρο Παπάγο και τον βασιλιά Παύλο. Και στις τρεις περιπτώσεις η χώρα οδηγήθηκε σε πολύ δυσάρεστες περιπέτειες.

Είναι σαφές ότι όλοι μας συμπαραστέκομαστε στο ανθρώπινο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου. Πρέπει όμως να γίνει εξ ίσου σαφές από όλες τις υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις, ότι δεν μπορεί να γίνει ανεκτό το κενό εξουσίας, που δημιουργεί η παρανοϊκή αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας του Ανδρέα από την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ συνολικά.

Αυτά τα κενά εξουσίας τα πλήρωσε πολύ ακριβά η χώρα στο πρόσφατο παρελθόν. Ας ξαναδούμε εκείνες τις περιπτώσεις.

Στις 30 Νοεμβρίου 1951, μέσα σ΄ ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό κλίμα ο πρωθυπουργός, Νικόλαος Πλαστήρας παθαίνει καρδιακή προβολή, λίγο μετά την ορκωμοσία του. Η κατάσταση είναι κρίσιμη γιατί:

• Η Ελλάδα μόλις έχει βγει από την περιπέτεια του Εμφύλιου Πόλεμου και είναι άμεση ανάγκη να ανασυγκροτηθούν η οικονομία και το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
• Η Κύπρος αρχίζει τον αγώνα για την Ενωση με την μητέρα - πατρίδα.
• Ο στιβαρός και πολυάριθμος ελληνισμός της Αιγύπτου υφίσταται τις συνέπειες του αγώνα χειραφέτησης του αιγυπτιακού λαού απέναντι στην αγγλική αποικιοκρατία.
• Ο Ψυχρός Πόλεμος ανάμεσα σε Δύση και κομμουνιστικό μπλοκ κυριαρχεί. Υπάρχει κι ένα θερμό μέτωπο στον πόλεμο της Κορέας με συμμετοχή και ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Μπροστά σ΄ αυτή την κατάσταση, η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει το σημερινό διεθνές και εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο, η Ελλάδα έχει ένα πρωθυπουργό σοβαρά άρρωστο. Ο Ν. Πλαστήρας δεν μπορεί να κυβερνήσει αλλά οι κομματικές σκοπιμότητες δεν του επιτρέπουν να παραιτηθεί. Στην διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης της ασθένειάς του, συμβαίνουν τα εξής γεγονότα:

1. Οι Αγγλοι διαμορφώνουν καθεστώς τρομοκρατίας στην Κύπρο, αρχίζοντας στις 16 Ιανουαρίου 1952 με την αιματηρή καταστολή μίας τεράστιας μαθητικής διαδήλωσης στην Λευκωσίας υπέρ της Ενωσης.
2. Κηρύσσεται στρατιωτικό νόμος στην Αίγυπτο, με επεισόδια και καταστροφές που έχουν συνέπειες και στους Ελληνες.
3. Οξύνεται επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα στο εσωτερικό από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, στελέχους του τότε παράνομου ΚΚΕ. Δημιουργείται νέος συσχετισμός δυνάμεων στους μηχανισμούς εξουσίας της χώρας, όπου κυρίαρχο ρόλο παίζει ο ξένος παράγοντας (οι Αμερικανοί, όπως και... σήμερα).

Ο άρρωστος πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας και το κομματικό περιβάλλον του επιμένουν στην μη υποβολή παραίτησης. Την αβάστακτη πίεση, που συνεπάγεται η άσκηση της εξουσίας, ο πρωθυπουργός την αντιμετωπίζει με μία νέα ασθένεια: Παθαίνει ημιπληγία στις 20 Μαρτίου 1952. Αλλά και πάλι δεν παραιτείται. Απλώς ορίζει αναπληρωτή. Ακολουθούν τα εξής γεγονότα:

• Συνέρχεται στην Λευκωσία η Εθνική Συνέλευση του κυπριακού λαού και παίρνει την συνταρακτική πολιτική απόφαση της Ενωσης.
• Έρχεται στην Αθήνα για άμεσες διαβουλεύσεις ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές. Οι επίσημες συζητήσεις με τον ομόλογό του άρρωστο Ελληνα πρωθυπουργό γίνονται στο... νοσοκομείο.
• Αρχίζουν στην Ελλάδα μαχητικά συλλαλητήρια υπέρ της Ενωσης της Κύπρου.

Στις 31 Μαίου 1952 ο Ν. Πλαστήρας αναλαμβάνει και πάλι τα πρωθυπουργικά του καθήκοντα. Φυσικά δεν αντέχει και αναχωρεί τον Ιούνιο για θεραπεία στο Παρίσι, με άγνωστη ημέρα επιστροφής.

Σύντομα προκηρύσσονται εκλογές. Γίνονται στις 14 Νοεμβρίου 1952. Όλοι θέλουν σταθερή διακυβέρνηση της χώρας. Κι έτσι θριαμβεύει τον Νοέμβριο του 1952 με συντριπτική πλειοψηφία ο «Ελληνικός Συναγερμός», που είχε ιδρύσει ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος.

Η νέα κυβέρνηση διαθέτει την απίθανη πλειοψηφία των 247 βουλευτών.

Ο βασανισμένος πρώην πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας πεθαίνει στις 26 Ιουλίου 1953. Ο νέος πρωθυπουργός Αλ. Παπάγος, μεγάλος κι αυτός σε ηλικία, θα έχει, κατά παράδοξη σύμπτωση, την μοίρα του προκατόχου του.

Οι ευθύνες αλλά και οι ίντριγκες της εξουσίας αποδείχτηκαν ψυχοφθόρες για τον Παπάγο. Οπως αποκάλυψε αργότερα ο προσωπικός του γιατρός Ν. Δ. Μπόμπολας, ο πρωθυπουργός έπαθε νευροφυτική υποτονία, η οποία εξελίχτηκε σε κατάθλιψη.

Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι κατάθλιψη έπαθε το 1988 και Ανδρέας Παπανδρέου. Από τότε ανέλαβε την ψυχιατρική του θεραπεία και στήριξη ο καθηγητής Στεφανής.

Επανερχόμαστε στον Παπάγο. Καταρρέει στις αρχές του 1955, ύστερα από 2 περίπου χρόνια στην πρωθυπουργία. Στις 2 Μαίου μεταβαίνει για θεραπεία στην Ελβετία, με επίσημη αιτιολογία «αναζωπύρωσιν παλαιάς φυματιώσεως».

Οπως και ο προκάτατοχός του, έτσι και ο Παπάγος (έτσι και σήμερα ο Ανδρέας) αρνείται να παραιτηθεί, αφού η πρωθυπουργία του δίνει δύναμη να διατηρηθεί στην ζωή. Οταν γυρίζει από το εξωτερικό, παραμένει στο σπίτι του. Εκεί τον συναντούν οι συνεργάτες του, οι υπουργοί του, ακόμη και ο βασιλιάς.

Δημιουργούνται: Κενό εξουσίας. Κέντρα παραεξουσίας. Ακυβερνησία. Μάχη διαδοχής.

Αποτέλεσμα: Στις 6 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι εξαπολύουν έναν ανελέητο διωγμό σε βάρος των Ελλήνων των Κωνσταντινούπολης. Η Ελλάδα αντιδρά υποτονικά, αφού δεν έχει πρωθυπουργό. Λίγες μέρες μετά ο Παπάγος πέθανε. Αλλά το κακό είχε γίνει.

Ύστερα από μερικά χρόνια, το ίδιο έργο ξαναπαίχτηκε με βασικό άξονα την παραπληροφόρηση του λαού και πρωταγωνιστές τον βασιλιά Παύλο και το παλάτι. Πρόκειται για το ίδιο έργο, που παρακολουθούμε κι εμείς σήμερα κάθε μεσημέρι και βράδυ από τις τηλεοράσεις μας.

Στα απομνημονεύματά της η αείμνηστη Ελένη Βλάχου γράφει σχετικά:

«Οταν έγινε γνωστό ότι ο Βασιλεύς Παύλος ήταν άρρωστος, άρχισε -όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα- μιά απεγνωσμένη και ακατανόητη προσπάθεια συγκαλύψεως.
«Με τον Βασιλέα Παύλο, η σύγχυση είχε αρχίσει από τον Μάϊο του 1963, όταν ανακοινώθηκε ότι: "Ο Βασιλεύς, προσβληθείς από οξείας σκωληκοειδίτιδα, μετεφέρθη εις τον Ευαγγελισμόν, όπου εγχειρίσθηκε επιτυχώς".
«Αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου 1964, μια νέα κρίση ονομάσθηκε "οσφυαλγία οξείας μορφής". Όταν πέρασε η "οσφυαλγία", ανακοινώθηκε ότι "παλαιόν έλκος" παρουσίασε επιδείνωση. Κατά τακτικά διαστήματα άφηναν να διαρρεύσουν -από ιατρικούς κύκλους, από την Κυβέρνηση- διάφορα αντιφατικά ανακοινωθέντα, αλλά επίσημο, σοβαρό ιατρικό δελτίο, κανένα.
«Ο κόσμος, και εμείς οι εφημερίδες, είχαμε την πεποίθηση ότι ο Βασιλεύς είχε καρκίνο και ότι ήταν πολύ άσχημα. Τον βλέπαμε αδύνατο, κουρασμένο, με κακό χρώμα. "Χάλια είχε πάλι ο Βασιλεύς!..." μας λέγανε οι φωτογράφοι, οι περισσότεροι νέα παιδιά που είχαν συμπάθεια για τον πάντα πρόθυμο και ευγενικό Βασιλέα.
«Αλλά η μυστικότητης συνεχίζεται και τα Ανάκτορα δεν αφήνουν κανένα να πλησιάσει. Μόνο τα μέλη της βασιλικής οικογένειας γίνονται δεκτά. Ανθρωποι που είχαν ζήσει όλη τη ζωή τους κοντά στον Παύλο, που είχαν περάσει μαζί του πολέμους, εξορίες, δύσκολες μέρες, βρίσκανε τις πόρτες κλειστές. Το ίδιο και οι πιο στενοί του συνεργάτες του».

Τότε ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη. Σήμερα είναι η Δήμητρα Λιάνη, ένα είδος "Φρειδερίκης του ΠΑΣΟΚ".

Τι έκανε τότε η Φρειδερίκη; Ο,τι έκανε το φθινόπωρο η Δήμητρα Λιάνη, όταν περιέφερε τον βαριά άρρωστο Ανδρέα Παπανδρέου στην Πάτμο για να δείξει ότι είναι καλά. Η Φρειδερίκη έβγαλε τον Παύλο βόλτα στην Καστέλα και φρόντισε να ειδοποιήσει την Ελένη Βλάχου για να εξασφαλίσει την αποκλειστική φωτογράφηση.

Η χώρα και ο λαός συνταρασσόταν το 1964 από τα πολιτικά πάθη. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε, δείχνοντας στον λαό ότι ο βασιλιάς (εγγύηση της ομαλότητας, τότε) ήταν καλά. Αλλά ο βασιλιάς πέθανε ύστερα από λίγο.

«Επρόκειτο για μια αθλιότητα», έγραψε το 1990 η Ελένη Βλάχου. «Θυσιάζανε τις τελευταίες ώρες του καλού Βασιλιά. Την άλλη μέρα δημοσιεύσαμε πολύ υπερήφανα την αποκλειστική φωτογραφία του Παύλου. Αποκλειστική απάτη»!
 
Δημοσιεύθηκε το 1996 στον «Ελεύθερο Τύπο»
.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

Το αρχαιότερο ημερολόγιο της Δύσης

.
Το νέον έτος έρχεται. Και με την ευκαιρία θα σας αποκαλύψουμε έναν άγνωστο θησαυρό της Αθήνας, που έχει σχέση με... χιλιάδες "νέα έτη" που πέρασαν από την εποχή που δημιουργήθηκε. Πρόκειται για το αρχαιότερο ημερολόγιο του ελληνικού κόσμου και, μ΄ άλλα λόγια, του δυτικού πολιτισμού. Το ημερολόγιο αυτό είναι μνημειακό, εικονογραφημένο και σήμερα είναι εντοιχισμένο στην μετόπη της κυρίας εισόδου του μικρού βυζαντινού ναού του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στην μητρόπολη.

Αυτό το αρχαίο ημερολόγιο κατασκευάστηκε στην ελληνιστική εποχή, στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Αποτελούσε τμήμα της γλυπτής διακόσμησης του ειδωλολατρικού ναού του Σεράπιδος και της Ισιδος. Το γλυπτό "εικονογραφημένο αττικό ημερολόγιο" ενσωματώθηκε στον ναό του Αγίου Ελευθερίου, ο οποίος κτίστηκε στην θέση του αρχαίου ιερού και απετέλεσε την πρώτη μητρόπολη των Αθηνών, από την βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία κατό τον 7ο μ.Χ. αιώνα.

Ενα άλλο παρόμοιο με το αθηναϊκό ημερολόγιο υπάρχει στην Νεάπολη της Ιταλίας, αλλά είναι νεότερης εποχής. Το αθηναϊκό είναι γλυπτό και μας δίνει με τις παραστάσεις του πληρoφορίες για τις εποχές (ώρες), τους μήνες και τους καιρούς των αρχαίων Ελλήνων.

Το γλυπτό ημερολόγιο της αρχαίας Αθήνας το ανεκάλυψε ο νομισματολόγος και καθηγητής της ιστορίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών Λ. Σβορώνος. Σε μια μελέτη του, που δημοσιεύθηκε το 1900, τονίζει ότι αυτό το αρχαίο αττικό ημερολόγιο δείχνει την αρχή του μηνός, την αρχή κάθε εποχής και τους καιρούς κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι διαφορές του με τα σύγχρονα ημερολογιακά συστήματα δεν είναι μεγάλες.

Το κεντρικό τμήμα του ημερολογίου έχει χαθεί αλλά το συμπλήρωσε ο Σβορώνος και το δημοσίευσε ολοκληρωμένο. Οι διαστάσεις του ημερολογίου είναι 5,74 μέτρα στο μήκος καί 53 εκατοστά στο ύψος. Το γλυπτό έργο είναι ένα θαυμάσιο ετήσιο σταθερό ημερολόγιο, με εκφραστικότατες παραστάσεις. Δείχνει την αρχή και τη λήξη των πέντε (αρχαίων) εποχών, τους 12 αττικούς μήνες και τους καιρούς για τις ανάλογες αγροτικές εργασίες, δηλαδή την σπορά, τον θερισμό, την συγκομιδή ή τον τρύγο. H μαρμάρινη πλάκα διαιρείται σε 12 τμήματα, όσοι ήταν και oι αττικοί μήνες.

Και για να μην νομίζετε ότι τα ζώδια, στα οποία τόση σημασία δίνουν πολλοί από μας, είναι εφεύρεση της εποχής μας, στο αρχαίο γλυπτό ημερολόγιο, στο τέλος κάθε μηνός εικονογραφείται και το ζώδιό του.

Τα ζώδια που εικονογραφούνται στο αρχαιότερο γλυπτό ημερολόγιο του δυτικού κόσμου είναι κατά σειράν ο Σκορπιός, ο Τοξότης, ο Αιγόκερως, ο Υδροχόος, οι Ιχθύες, ο Κριός, ο Ταύρος, οι Διόσκουροι, ο Καρκίνος, ο Λέων, η Παρθένος και οι "Χηλαί".

Τα ίδια ζώδια με τα ίδια ονόματα έχουμε κι εμείς σήμερα με μία εξαίρεση: Οι "Χηλαί" (έτσι ονόμαζαν στην αρχαιότητα τα γαμψά νύχια των πουλιών, των λύκων, κλπ) αντικαταστάθηκαν από το ζώδιο του Ζυγού. Οι Διόσκουροι είναι οι σημερινοί Δίδυμοι, αφού οι γυιοί του Δία (Διός κούροι) Κάστωρ και Πολυδεύκης, οι αδελφοί της ωραίας Ελένης, ήταν οι διασημότεροι και σεβαστότεροι δίδυμοι της αρχαίας Ελλάδας.

Οι γλυπτές μορφές του ζωδιακού κύκλου στο εντοιχισμένο στον Αγιο Ελευθέριο αρχαίο ημερολόγιο διατηρούνται και σήμερα καλά, εκτός της Παρθένου και των Χηλών, που τις συμπλήρωσε στο σχεδιάγραμμά του ο Σβορώνος.

Στην αρχή κάθε μηνός είναι χαραγμένη η μορφή ενός ανθρώπου, ντυμένου σύμφωνα με την κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην διάρκειά του, και αποτελεί την προσωποποίηση του μήνα. Οι αττικοί μήνες ήταν οι: Πυανοψιών (που αντιστοιχεί με τα μέσα Οκτωβρίου - μέσα Νοεμβρίου), Μαιμακτηριών (Νοέμβριος - Δεκέμβριος), Ποσειδεών, Φαμηλιών, Ανθεστηριών, Ελαφηβολιών, Μουνιχιών, Θαργηλιών, Σκιροφοριών, Εκατομβαιών, Μεταγειτνιών και Βοηδρομιών (Σεπτέμβριος - Οκτώβριος).

Το "ημερολόγιο του Αγίου Ελευθερίου" έχει και μία άλλη διαίρεση. Μαζί με τις μορφές των 12 μηνών, τους καιρούς και τα ζώδιά τους, υπάρχουν και οι 5 "Ωραι" (Εποχές) του αττικού έτους, οι οποίες είναι: το Μετόπωρον (ανάμεσα φθινόπωρο και χειμώνα), ο Χειμών, το Εαρ ( άνοιξη), ο Θέριτος (το τμήμα του καλοκαιριού που θερίζουν) και η Οπώρα (το διάστημα που ωριμάζουν τα σύκα, σταφύλια, κλπ).

Στο Μετόπωρον ο γλύπτης έχει δώσει την μορφή παιδιού ντυμένου κατάλληλα για ν΄ αντιμετωπίζει το φθινοπωρινό κρύο. Τον χειμώνα τον εκπροσωπεί ένας γέρος με γενειάδα, βαριά ντυμένος, που βαδίζει με δυσκολία γιατί τον εμποδίζει η κακοκαιρία. Το Εαρ (άνοιξη) προσωποποιείται επίσης από ένα παιδί, που έχει στο κεφάλι κάνιστρο με λουλούδια. Ο Θέριτος (θέρος - καλοκαίρι) παρουσιάζεται με μορφή γυμνού ανδρός (αφού κάνει ζέστη) με το δρεπάνι στο ένα χέρι και με ένα δέμα στάχυα στο άλλο. Η Οπώρα προσωποποιείται από μία φτερωτή γυναίκα, που κρατάει κάνιστρο με φρούτα. Είναι βέβαι η καλύτερη εποχή στην Ελλάδα (Αύγουστος - Σεπτέμβριος), με τις γλυκύτερες μέρες και τα γλυκά φρούτα και δεν μπορούσε να προσωποιηθεί παρά από μία γυναίκα.

Τέλος εικονογραφούνται oι αγροτικές και κοινωνικές ασχολίες κάθε μήνα, όπως ο τρυγητός, η συγκομιδή, ο καιρός να πάρουν το αλέτρι, η σπορά, η έναρξη των αθλητικών αγώνων, η εποχή για τους γάμους, η μεγάλη γιορτή τών Παναθηναίων, καιρός της θυσίας προς τους θεούς, η έναρξη της διδασκαλίας των τραγουδιών και η εποχή που αρχίζει το κυνήγι.

Οπως διαπιστώνει κανείς, δεν πρόκειται για ένα απλό αγροτικό ημερολόγιο. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο έργο, που έχει ενσωματώσει επιστημονικές γνώσεις, τεχνολογίες και κοινωνικές δραστηριότητες, που αναπτύχθηκαν στο πέρασμα πολύ μακρού χρόνου...

Δημοσιεύθηκε το 1997 στον «Αδέσμευτο Τύπο»