Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

Το φαράγγι του Βουραϊκού

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΝΑ το 1985




«Τις πταίει», που είπε και ο Χαρίλαος Τρικούπης;


Τις πταίει και η καθημερινή μας ζωή έγινε τόσο προβληματική ώστε να μοιάζει με κατοστάρικο; Το χαρτόνισμα των εκατό το 'φαγε ο πληθωρισμός και το μετέβαλε σε... ρέστα. Νόμισμα λοιπόν και το κατοστάρικο, τα πορτοφόλια δαγκώνουν σαν καβούρια και το πράγμα θυμίζει εκείνο το περιβόητο "δυστυχώς επτωχεύσαμεν".


Στην εποχή του "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" πάντως το κατοστάρικο ισοδυναμούσε με ολόκληρη περιουσία. Και χρειαζόντουσαν μόλις 3,5 εκατομμύρια δραχμές για να γίνουν φοβερές επενδύσεις, σαν αυτές που σήμερα αποκαλούμε "μεγάλα έργα".


Αυτή η εποχή απέχει από σήμερα... 100 χρόνια, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης. Κι ήταν ο Τρικούπης που αναρωτήθηκε "τις πταίει", όταν τα μεγάλα έργα που εμπνεύστηκε τα 'φαγε ο πληθωρισμός. Ο ίδιος που ανήγγειλε και την άσχημη είδηση: "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν"...


Σήμερα ένα από τα "μεγάλα έργα" της εποχής του "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" αποτελεί το ωραιότερο φυσικό πεζόδρομο της Ελλάδας. Την μεγαλύτερη ευκαιρία για έναν ανοιξιάτικο περίπατο δίπλα σε αγριολούλουδα, πλατάνια και πηγές. Την καλύτερη δυνατότητα για ένα συναρπαστικό Σαββατοκύριακο, που θα ανανεώσει την ζωή από την καθημερινότητα της δουλειάς, της τηλεόρασης, και του νέφους.


Αχ, αυτό το νέφος... Καταλάβατε, μέσα από το παραπέτασμα των καυσαερίων και του τσιμέντου, ότι ήρθε η άνοιξη; Λοιπόν, ετοιμάστε την παρέα σας και μερικά... βραστά κοτόπουλα. Κι αφήστε την τσιμεντούπολη να βράζει στο ζουμί του διοξειδίου του θείου.
Στόχος μας είναι το φαράγγι του Βουραϊκού. Εκεί θα ξεχάσουμε το ύψος του πληθωρισμού και τα... καβούρια στο βάθος των πορτοφολιών σας. Αλλωστε, θα βρούμε χιλιάδες αληθινά καβούρια "κατεβαίνοντας τoν Βουραϊκό"...



Οι "Καλές Βρύσες"...


Είναι Κυριακή πρωί στις "Καλές Βρύσες". Ο ήλιος ξεμυτίζει πίσω από τον Χελμό κι αρχίζει να διαλύει τη νυχτερινή πάχνη που σκεπάζει την μικρή πόλη. Κάπου στο βάθος ακούγεται ο ήχος μιας καμπάνας.


Ξεκινήσαμε Σάββατο μεσημέρι. Κάναμε τα 150 χιλιόμετρα ως το Διακοφτό οι μισοί με αυτοκίνητο και οι μισοί με το τρένο. Από το Διακοφτό πήραμε όλοι μαζί τον οδοντωτό σιδηρόδρομο και ανεβήκαμε στις "Καλές Βρύσες", όπου και διανυκτερεύσαμε.
Οι "Καλές Βρύσες" είναι τα Καλάβρυτα. Η πόλη δημιουργήθηκε στην περίοδο της Φραγκοκρατίας και πήρε τ' όνομα της από τα πολλά νερά που έχει η περιοχή. Καλά βρυτά = καλές βρύσες, Καλάβρυτα δηλαδή που πρωταγωνίστησαν στην επανάσταση του 21 αλλά μαράζωσαν στον 20ό αιώνα σε μία κωμόπολη 2.000 κατοίκων. Κάπως πάνε να εξελιχθούν τα τελευταία χρόνια με την δημιουργία του χιονοδρομικού κέντρου στον Χελμό.


Πίνουμε τον πρωϊνό καφέ στον σιδηροδρομικό σταθμό. Τελευταίες λεπτομέρειες και ξεκινάμε. Η πάχνη δεν έχει διαλυθεί ακόμα. Το πρωϊνό κρύο μας αναγκάζει να ντυθούμε κατάλληλα.
Βαδίζουμε πάνω στην γραμμή του οδοντωτού. Εξω από τα Καλάβρυτα ένα τρενάκι σφυρίζει μέσα από την πρωϊνή πάχνη να παραμερίσουμε. Γνωρίζουμε τα δρομολόγια και δεν πρόκειται να αιφνιδιαστούμε αργότερα από καμμιά αναπάντεχη συνάντηση μέσα στο φαράγγι.


Όπως η αινιδιάστηκε η ελληνική οικονομία όταν συναντήθηκαν σ' αυτό το φαράγγι η πολιτική ηγεσία με την ανάγκη ανάπτυξης της χώρας...



...ο αιφνιδιασμός


Η πάχνη έχει διαλυθεί. Ο ήλιος λάμπει και η μέρα έχει ζεσταθεί. Βαδίζουμε πάντοτε δίπλα στην γραμμή του οδοντωτού. Αριστερά μας είναι το οροπέδιο των Καλαβρύτων. Και δεξιά οι πλαγιές του Χελμού, πνιγμένες στα έλατα.


Ο σταθμός της Κερπινής εμφανίζεται στα 5 χιλιόμετρα από τα Καλάβρυτα. Το χωριό, που είναι η πατρίδα των Ζαίμηδων, των ξακουστών οπλαρχηγών του '21, απέχει 6 χιλιόμετρα από εδώ. Κάποτε ήταν σημαντικό κεφαλοχώρι. Σήμερα είναι ένα έρημο χωριουδάκι όσο και ο ερειπωμένος σταθμός του.


Η επαρχία Καλαβρύτων είναι από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της χώρας, με μόλις 25 κατοίκους μέσο όρο σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η Ελλάδα έχει μέσο όρο 63 κατοίκους ανά τετρ. χιλιόμετρο.


Πριν 100 χρόνια δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Μέχρι το 1881 η Ελλάδα έφθανε μέχρι την Λαμία. Η Πελοπόννησος αποτελούσε την ραχοκοκκοκαλιά της χώρας. Δρόμοι δεν υπήρχαν, αφού δεν υπήρχαν ακόμα τα αυτοκίνητα. Τα μονοπάτια για τα ζώα αποτελούσαν το μόνο συγκοινωνιακό δίκτυο. Ενα τέτοιο λιθόστρωτο μονοπάτι του Μωριά σώζεται μέχρι σήμερα, έξω από το χωριό "Κοσμάς", στην ορεινή ζώνη του Πάρνωνα.


Ο Χαρίλαος Τρικούπης, για να εκσυγχρονίσει τις μεταφορές, αποφάσισε την κατασκευή ενός σιδηροδρομικού δικτύου. Στο σχέδιο συμπεριέλαβε και την σιδηροδρομική σύνδεση της ορεινής ζώνης του Χελμού με την παραλιακή Αιγιαλεία και την υπόλοιπη χώρα.


Η σχετική σύμβαση υπογράφτηκε στις 10 Μαρτίου 1889 και παραχωρούσε στους τότε ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς Αθηνών Πελοποννήσου) την κατασκευή και εκμετάλλευση για 99 χρόνια της γραμμής Διακοφτού - Καλαβρύτων μέσα από το φαράγγι του Βουραϊκού. Οι προδιαγραφές του έργου πρόβλεπαν γραμμή πλάτους 0,75 εκατοστών και μήκους 23.346 χιλιομέτρων, από τα οποία τα 4 χιλιόμετρα έπρεπε να είχαν και τρίτη οδοντωτή γραμμή για να μπορεί να κινηθεί το τρένο στις μεγάλες κλίσεις.


Τον οδοντωτό ανέλαβε να κατασκευάσει ο Γάλλος εργολάβος Ατόν. Δυστυχώς οι οικονομικές εξελίξεις αιφνιδίασαν τον Τρικούπη και την κυβέρνησή του.


Οπως γίνεται στην ένδοξη χώρα μας, όλο και κάποιο "μείζον εθνικό θέμα" δημιουργείται και μας... μπουρδουκλώνει. Στην εποχή του Τρικούπη το "μπουρδούκλωμα" ονομαζόταν "σταφιδικόν ζήτημα". Το "σταφιδικόν" αιφνιδίασε τον Τρικούπη, ο οποίος στην αρχή της... στενωπού αναρωτήθηκε "τις πταίει" αλλά πολύ γρήγορα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "δυστυχώς επτωχεύσαμεν".


Οι ΣΠΑΠ ατύχησαν. Ο οδοντωτός χρειάστηκε να φάει 3,5 εκατομμύρια δραχμές (ποσόν τεράστιο για τα μέτρα της εποχής) για να μπορέσει να λειτουργήσει. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 10 Μαρτίου 1896.


Εμείς πάντως δεν ατυχήσαμε στην κυριακάτικη βόλτα μας. Αν και η είσοδος στην "στενωπό" του φαραγγιού συνοδεύτηκε από έναν πλήρη αιφνιδιασμό των αισθήσεων μας.


Αιφνιδιαστήκαμε που μπορούσαμε ακόμα να αναπνέουμε καθαρό αέρα. Να βλέπουμε τα λαμπερά χρώματα των θάμνων, των αγριολούλουδων, των βουνών και του ουρανού. Να ακούμε το άγριο μούγκρισμα του ποταμού ή το σιγαλό κελάρισμα των πηγών. Να μυρίζουμε το άρωμα της μέντας και του σπάρτου. Να βρισκόμαστε στον ωραιότερο πεζόδρομο της Ελλάδας, μόλις τρεις ώρες μακριά από την πρωτεύουσα του νέφους, της ηχορρύπανσης και του κυκλοφοριακού χάους.


Εκεί στη είσοδο του φαραγγιού αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε "τις πταίει" για το "μπουρδούκλωμα" της καθημερινής ζωής στην Αθήνα...



...στο φαράγγι


Λίγο πιο κάτω από τον σταθμό της Κερπινής συναντάμε τον Βουραϊκό. Κυλάει ήσυχος, μέσα σ' ένα δάσος από πλατάνια και λυγαριές. Μικρές γέφυρες φέρνουν το ποτάμι μια δεξιά και μια αριστερά μας. Σε λίγο μπαίνουμε στο φαράγγι.


Ο Βουραϊκός στριμώχνεται ανάμεσα στους βράχους. Αφρίζει. Μουγκρίζει. Αγριεύει. Το νερό τρωέι εδώ και χιλιάδες χρόνια τους βράχους, που σήμερα υψώνονται εκατοντάδες μέτρα πάνω από το ποτάμι και αφήνουν στο βλέμμα μας ένα μικρό μονάχα κομμάτι του καταγάλανου ουρανού.


Η ομαλή κατάβαση, ο άνετος δηλαδή περίπατος δίπλα στις γραμμές του οδοντωτού συνεχίζεται. Κάπου το φαράγγι πλαταίνει. Στ' αριστερά μας παρουσιάζονται δύο παμπάλαια αγροτόσπιτα και μερικά χωραφάκια με φασολιές. Σε λίγο μπαίνουμε στην Ζαχλωρού.


Εχουμε περπατήσει 10 χιλιόμετρα. Και από το υψόμετρο των 768 μέτρων κατεβήκαμε στα 620. Στο χωριουδάκι της Ζαχλωρούς γίνεται η πρώτη στάση για καφέ, νερό σε μία από τις πολλές πηγές και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Αλλωστε δεν μας κυνηγάει κανείς. Εναν άνετο περίπατο κάνουμε.


Τι μπορεί να προκύψει στην Ζαχλωρού;


Πρώτον, μία επίσκεψη στο "Μέγα Σπήλαιο". Το μοναστήρι βρίσκεται σχεδόν από πάνω μας, αθέατο από το φαράγγι. Χρειάζεται τουλάχιστον μία ώρα ποδαρόδρομος σε μια δύσκολη ανηφόρα. Φυσικά υπάρχει και η... κατηφόρα του γυρισμού.


Δεύτερον, δύο "αυγά μάτια" και καμμιά τηγανιά παϊδάκια. Ο καθαρός αέρας ανοίγειτην όρεξη και τα δύο "οινοκαφεζυθεστιατόρια" έχουν τον τρόπο τους να την κλείσουν κάτω από τα θεόρατα πλατάνια .


Εμείς έχουμε προβλέψει "πτηνά" γι' αργότερα. Και συνεχίζουμε από την Ζαχλωρού τον κυριακάτικο μας περίπατο. Μάλιστα πολλοί συνηθίζουν από εδώ να κάνουν την κατάβαση του Βουραϊκού. Είναι κι αυτή μία άποψη. Μείον 10 χιλιόμετρα...


Μόλις περνάμε τους λιγοστούς κήπους της Ζαχλωρούς με τις καρυδιές και τις κερασιές, το φαράγγι αρχίζει και πάλι να στενεύει. Γαλαρίες τρυπάνε το βουνό. Η σιδηροδρομική γραμμή παίρνει μεγάλη κλίση. Εδώ γνωρίζουμε και τα "δόντια" του της τρίτης γραμμής, που καταβροχθίζουν εκατοντάδες... καβούρια.


Τα "δόντια" έχουν πολύ γράσο επάνω τους ώστε να περιορίζεται η τριβή και οι φθορές, όταν συμπλέκονται με τα "δόντια" που έχει το τρένο. Αλλά το γράσο μυρίζει και ξετρελλαίνει τα καβούρια, που ζουν στις όχθες του Βουραϊκού. Τα καβούρια περνάνε τις γραμμές, γεύονται το γράσσο αλλά δεν μπορούν να φύγουν εύκολα. Τα περισσότερα εγκλωβίζονται και πεθαίνουν από αφυδάτωση. Μία "καβουροτραγωδία" σε υψόμετρο 620 μέτρων...



...και τα «πτηνά»


Είμαστε εμείς, τα πλατάνια, τα σπάρτα, οι πηγές, το ποτάμι και οι θεόρατοι βράχοι. Φτάνουμε στο στενότερο σημείο του φαραγγιού. Οι βράχοι απέχουν το πολύ 10 μέτρα μεταξύ τους. Από την γέφυρα βλέπουμε από κάτω τον Βουραϊκό να εγκλωβίζεται σε μισό μέτρο πέρασμα, να κατατρώει τις πέτρες και να τις λειαίνει και τελικά να ξεχύνεται με φοβερή δύναμη στον δρόμο προς την θάλασσα.


Από εδώ το φαράγγι αρχίζει και πάλι σιγά-σιγά ν' ανοίγει. Συνεχίζουμε την πορεία μας, πάντοτε δίπλα στις γραμμές του τρένου. Απειρες πηγές και μικροί καταρράκτες συνοδεύουν το άρωμα των σπάρτων και της μέντας. Οι γαλαρίες συνεχίζονται.


Στον εγκαταλειμμένο σταθμό της Τρικλιάς, 15 χιλιόμετρα από τα Καλάβρυτα, η στάση είναι απαραίτητη για να βγουν αναμνηστικές φωτογραφίες μέσα στις κουφάλες των τεράστιων πλατάνων. Από εδώ και κάτω αρχίζει να μας χτυπάει η μυρωδιά της θάλασσας. Και η πείνα...


Ο σταθμός της Τρικλιάς είναι κατάλληλος για φαγητό και ξεκούραση πριν το φινάλε. Ο αρχηγός της παρέας μας γνωρίζει όμως έναν παλιό νερόμυλο πιο κάτω. Αυτός ήταν που είχε δώσει εντολή να διαθέτουμε και "πτηνά".


Τα "πτηνά" είναι βραστά κοτόπουλα, που διατηρούνται μαλακά και νόστιμα ανεξάρτητα από τις συνθήκες μεταφοράς. Τα "πτηνά" και τα συνοδευτικά τους αποτέλεσαν ένα από τα ωραιότερα γεύματα που μπορεί να κάνει κανείς, ύστερα από 20 χιλιόμετρα πεζοπορίας, δίπλα σ' ένα παλιό νερόμυλο, ανάμεσα στο άρωμα των σπάρτων και το κελαήδημα των κοτσιφιών...


Ανοιξη! Ξεκουραζόμαστε, βλέποντας στους απέναντι βράχους να κάνουν τις ερωτικές τους πτήσεις χελιδόνια και αγριοπερίστερα.


Ο ήλιος αρχίζει να καίει. Τα "πτηνά" μας βαραίνουν. Και τα πόδια αρχίζουν να διαμαρτύρονται... Εντάξει όμως, βρισκόμαστε στο τέλος της διαδρομής. Δεν προλαβαίνουμε να χαζέψουμε ένα κοπάδι γίδια, που ποτίζονται στο ποτάμι και σε 3 χιλιόμετρα βρισκόμαστε στο Διακοφτό.


Από τα Καλάβρυτα κατεβήκαμε τα 23 χιλιόμετρα της γραμμής του οδοντωτού σε 6-7 ώρες άνετου κι ευχάριστου βαδίσματος. Θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει τον μισό δρόμο, ξεκινώντας από την Ζαχλωρού. Αλλά μια και βρεθήκαμε στον ωραιότερο πεζόδρομο της Ελλάδας, εμείς είπαμε να ακολουθήσουμε το δόγμα "ή όλα ή τίποτα".


Κυριακή απόγευμα. Καφές και ξεκούραση στο Διακοφτό. Εντυπώσεις, περιγραφές, σχόλια, συγκρίσεις. Και η σκοτούρα για την αυριανή επιστροφή στο μαγγανοπήγαδο. Δουλειά... Γραφείο..


Στον δρόμο της επιστροφής νοιώθουμε πλούσιοι σε οξυγόνο, μυρωδιές, εικόνες, εμπειρίες...
Στον Ισθμό αρχίζει το μποτιλιάρισμα... Στα Μέγαρα τα πράγματα ζορίζουν... Στην Ελευσίνα μας χτυπάει η μπόχα από τα διυλιστήρια... Χαιδάρι και κόκκινο φανάρι... Στο βάθος αναδύεται μέσα από τα καυσαέρια η Ακρόπολη... Δεξιά αναβοσβήνουν οι ρεκλάμες ενός σκυλάδικου... Και δίπλα μας ένα GTI μαρσάρει δυνατά...


Εκεί, στο μαρσάρισμα πρέπει να ήταν, που κάποιος από την παρέα μονολόγησε μελαγχολικά:
"Δυστυχώς επτωχεύσαμεν..."




Δεν υπάρχουν σχόλια: