Τρίτη, 3 Ιουλίου 2007

Αναδασώσεις: πλούσιες, βιώσιμες και ανθεκτικές

Αισθητικό δάσος Καισαριανής

Τα δάση δεν έχουν απλώς αισθητική αξία. Ούτε η χρησιμότητά τους εξαντλείται στην οικονομική τους εκμετάλλευση. Αποτελούν την φυσική θωράκιση απέναντι στις χειμωνιάτικες πλημμύρες και κατολισθήσεις, οι οποίες διαδέχονται τις φωτιές του καλοκαιριού.

Η τακτική που ακολουθούν οι αρμόδιες κρατικές αρχές, μετά τις δασικές πυρκαγιές, εξαντλείται μάλλον στην... αναμονή. Περιμένουν την «φυσική αναγέννηση».

Πράγματι, οι σπόροι που παράγει ένα ώριμο πευκοδάσος βλασταίνουν καταιγιστικά με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Στην πράξη τα νεαρά βλαστάρια είτε κατατρώγονται από τα κοπάδια, είτε καταστρέφονται από τα συνεργεία καθαρισμού καυσόξυλων, είτε τα αναγεννημένα πευκοδάση ξανακαίγονται πριν ξανακαρπίσουν.
Ετσι, οι τεχνητές αναδασώσεις είναι η μόνη λύση σε πολλές περιπτώσεις καμμένων δασών. Η περίοδος των αναδασώσεων αρχίζει ακριβώς αυτές τις μέρες.

Δυστυχώς, οι τεχνητές αναδασώσεις γίνονται με βραδύ ρυθμό. Αιτίες; Η ανεπαρκής παραγωγή δενδρυλλίων από το υπουργείο Γεωργίας και το υψηλό κόστος (λάκκοι, πότισμα, εργατικά, κλπ).

«Το θέμα δεν είναι να αναδασώσουμε απλώς τα καμένα δάση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως θα δημιουργήσουμε λειτουργικά οικοσυστήματα, προσαρμοσμένα στην φωτιά και στην ξηρασία του καλοκαιριού.»

Αυτά μας επισημαίνει ο καθηγητής Συστηματικής Βοτανικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μητράκος. Ο πρύτανης των Ελλήνων βοτανολόγων είναι υπέυθυνος για το «Πρόγραμμα βελτίωσης των υποβαθμισμένων μεσογειακών οικοσυστημάτων», το οποίο, λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντός του, χρηματοδοτείται από τα ειδικά επιστημονικά κονδύλια

Στο πρόγραμμα, τα αποτελέσματα του οποίου παρουσιάστηκαν προ ημερών στον Διομήδειο Βοτανικό Κήπο, συμμετέχουν το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Τμήμα Μοριακής Βιολογίας του Γεωργικού Πανεπιστημίου.


Ο καθηγητής Κ. Μητράκος τονίζει την αναγκαιότητα να αντικαταστήσουμε την μονοκαλλιέργεια του πεύκου στις αναδασώσεις με άλλα είδη δένδρων, που αντιμετωπίζουν καλύτερα την φωτιά αλλά και τις δυσμενείς συνθήκες ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών που δημιουργεί το μεσογειακό μας κλίμα.


Ενα δάσος, επισημαίνει ο κ. Μητράκος, δεν είναι μία απλή παράθεση δένδρων. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο δασικός υπόροφος, δηλαδή οι θάμνοι και τα ποώδη φυτά, που προσφέρουν τροφή και καταφύγιο στην άγρια ζωή. Τα πεύκα, εκτός των άλλων, περιορίζουν τον υπόροφο, τα άγρια ζώα και τα πουλιά.

Τα καμμένα νεαρά πευκοδάση, που δεν μπορούν να αναγεννηθούν φυσικά, καταλήγουν να γίνουν ερημιώδεις φρυγανότοποι. Αλλά και όσα αναγεννώνται με φυσικό τρόπο, περιορίζονται είτε από την βόσκηση είτε απο την ποικίλλη ανθρώπινη δραστηριότητα.


Ο καθηγητής Κ. Μητράκος περιέλαβε στο πρόγραμμά την αναπαργωγή δένδρων, που είναι ανθεκτικά στις ειδικές του μεσογειακού καλοκαιριού. Διάλεξε τρία είδη:
  1. Την χαρουπιά. Αντέχει στις πιο δύσκολες συνθήκες ξηρασίας. Πρόκειται για είδος της νότιας Ελλάδας και η εξάπλωση της σταματάει περίπου στον Κορινθιακό Κόλπο.
  2. Την αριά (δρυς αείφυλλος). Αντέχει στο κρύο αλλά είναι λίγο ευαίσθητη στην έλλειψη νερού. Συναντάται στα Ιόνια Νησιά, την Δυτική Πελοπόννησο αλλά και στο Πήλιο και στον Κίσσαβο.

  3. Το πουρνάρι. Ευδοκιμεί μέχρι και 1.100 μέτρα υψόμετρο κι αν δεν δεχτεί τις επιθέσεις των κατσικιών γίνεται μεγάλο δένδρο.
Στο πλαίσιο του προγράμματος, δημιουργήθηκε στον Διομήδειο Κήπο ένα φυτώριο με τα τρία προαναφερόμενα είδη και με απόδοση 30.000 δενδρύλια τον χρόνο. Ένας από τους όρους για την ανάπτυξη των φυτωρίων ήταν να μην ποτίζονται οι σπόροι και τα νεαρά βλαστάρια, ώστε να διαπιστωθεί η ικανότητα αντοχής τους στην ξηρασία την εποχή που αναπτύσσουν το ριζικό τους σύστημα.


Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά. Μόλις ένα 20% των νεαρών φυτών ξεράθηκε, σε συνθήκες πλήρους έλλειψης ποτίσματος. Έναν χρόνο μετά την φύτευσή των σπόρων, όσα φυτάρια άντεξαν την πρώτη περίοδο ξηρασίας συνέχισαν κανονικά μία θεαματική ανάπτυξη.

Ο καθηγητής Κ. Μητράκος υπολογίζει ότι η αναδάσωση με χαρουπιές, πουρνάρια και αείφυλλες βελανιδιές κοστίζει 30% λιγότερο από τις αναδασώσεις με πεύκα. Και φυσικά, εξασφαλίζει τροφή (χαρούπια, βελανίδια) και καταφύγια σε ζώα και πουλιά.

Επειδή η περίοδος των αναδασώσεων αρχίζει, καλό είναι οι αρμόδιες κρατικές αρχές, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες να προσέξουν και μερικές άλλες επισημάνσεις του πρύτανη των Ελλήνων βοτανολόγων.

Ιδέωδες φυτό για πράσινο είναι ο σχίνος, τονίζει ο κ. Μητράκος. Μπορεί να πάρει ικανοποιητικές διαστάσεις και δεν επηρεάζεται στο παραμικρό από την φωτιά, διότι αναβλασταίνει σχεδόν αμέσως. Το πρόβλημα είναι η τεχνητή αναπαραγωγή του, διότι το 95% των σπερμάτων του δεν είναι γόνιμα (παρθενοκαρπικά). Στο θέμα αυτό χρειάζεται, λοιπόν, η ενίσχυση της βασικής έρευνας.

Πολύ καλή για φυτεύσεις είναι και η ελιά. «Ονειρεύομαι την Αττική γεμάτη ελιές, ένα δέντρο που της δώρισε η Αθηνά άλλωστε. Αλλά ονειρεύομαι και τα κοτσύφια και τις φάσσες που θα έρθουν να ζήσουν στην πρωτεύουσα μαζί με τις ελιές», μας λέει ο καθηγητής.

Και φυσικά υπάρχει και η φυλλοβόλος βελανίδια (δρυς η αιγήλωψ), τονίζει ο κ. Μητράκος, η οποία παίρνει τεράστιες διαστάσεις και που διασώζεται ακόμη σε πολλά μέρη της Αττικής, διότι παλιότερα την καλλιεργούσαν και την φρόντιζαν χρησιμοποιώντας τα βελανίδια της στην βυρσοδεψεία. Πλατείες και δρόμοι θα αποκτήσουν επιβλητικότητα με αυτές τις βελανιδιές.
Το Αισθητικό Δάσος Καισαριανής
Στις αναδασώσεις και στις διαμορφώσεις χώρων πράσινου σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν και οι οργανώσεις πολιτών ή, αν θέλετε, η ιδιωτική πρωτοβουλία. Ενα παράδειγμα πρότυπης αναδάσωσης από ιδιωτικό φορέα έχουμε στον Υμηττό.
Το Αισθητικό Δάσος Καισαριανής δημιουργήθηκε από την Φιλοδασική Ενωση Αθηνών (ΦΕΑ). Η ΦΕΑ ιδρύθηκε από ιδιώτες το 1904 με στόχο την διατήρηση, τον καλλωπισμό και την αύξηση του πράσινου στην περιφέρεια πρωτευούσης. Έργο της ΦΕΑ είναι η αναδάσωση των λόφων Λυκαβηττού και Φιλοπάππου και η κηποτεχνική διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου των Στύλων του Ολυμπιείου Διός. Η μεγάλη της προσφορά όμως στην Αθήνα είναι η δημιουργία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο του Αισθητικού Δάσους Καισαριανής.

Το 1946 η ΦΕΑ άρχισε την αναδάσωση σε μία έκταση 6.000 στρεμμάτων με κέντρο το βυζαντινό μοναστήρι της Καισαριανής. Οι πρώτοι σπόροι για το φυτώριο προσφέρθηκαν από το Δασαρχείο της Κύπρου. Φυτεύτηκαν χαλέπιος πεύκη, κυπαρίσσια, χαρουπιές, αμυγδαλιές, σφενδάμια, κέδροι, πτελαίες, πουρνάρια και προύνοι. Συνολικά 3 εκατομμύρια δένδρα.

Αναστηλώθηκαν ακόμη οι ερειπωμένες βυζαντινές μονές Καισαριανής και Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού και αποκαταστάθιηκε ο ελαίωνας που περιέβαλλε την μονή Καισαριανής τον 17ο αιώνα, όπως φαίνεται στα σχέδια του Ρώσου μοναχού Μπάρκσι.
Ακόμα:
  • Κλείστηκαν οι πληγές που είχαν αφήσει στον Υμηττό τα παλιά λατομεία και διάφορες άλλες εκσκαφές.
  • Καλύφθηκαν οι σκουπιδότοποι.
  • Απομακρύνθηκαν τα κοπάδια αιγοπροβάτων, που έβοσκαν στην περιοχή και δεν άφηναν να ευδοκιμήσει ούτε χορταράκι.
  • Κατασκευάστηκε ένα δίκτυο υποδομής, με μονοπάτια και δρόμους.
Ετσι λοιπόν μία οργάνωση πολιτών αναδάσωσε τον σημαντικότερο πνεύμονα πρασίνου του Λεκανοπεδίου σε μία ερημοποιημένη περιοχή του Υμηττού, αποκαθιστώντας παράλληλα το ιστορικό τοπίο των βυζαντινών μονών Καισαριανής και Αστερίου.

Σήμερα το Αισθητικό Δάσος Καισαριανής συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του Διεθνούς Ταμείου της Φύσης. Η δημιουργία και η διατήρησή του μας δείχνει τι μπορούν να προσφέρουν οι πολίτες και η ιδιωτική πρωτοβουλία σε τομείς που θεωρούνται κρατικό μονοπώλιο, όπως η αναδάσωση, η δημιουργία πράσινου και η προστασία του περιβάλλοντος. 

Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία το 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια: