Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Καύσωνες: Η Αθήνα είναι που σκοτώνει

Οι καλοκαιρνές ζέστες ήρθαν αλλά αυτές τις μέρες όλοι φερόμαστε σαν να ανακαλύψαμε φέτος ότι τα καλοκαίρια στην Ελλάδα είναι ζεστά, ξηρά και παρατεταμένα. Τα κείμενα που ακολουθούν είναι τμήμα μιας έρευνας για τους καύσωνες που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Επικαιρότητα» το 1991. Παρά τα χρόνια που πέρασαν οι βασικές τους παρατηρήσεις παραμένουν επίκαιρες, με βασικό συμπέρασμα ότι το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο που έχουν κτισθεί οι πόλεις μας και όχι στις (φυσιολογικές) ζέστες του καλοκαιριού. Στο μεταξύ αποκτήσαμε μία ακόμα αιτία επιβάρυνσης της ζωής στην πόλη, που είναι η γενικευμένη χρήση των κλιματιστικών.

Κάθε καλοκαίρι ξεχνάμε τις ζέστες που περάσαμε τα προηγούμενα καλοκαίρια. Και αντιμετωπίζουμε με τρόμο την άνοδο της θερμοκρασίας. Ωστόσο, θερμοκρασίες πάνω από 35 βαθμούς είναι κάτι συνηθισμένο στο μεσογειακό μας κλίμα και στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας. Συνηθισμένο είναι να βλέπουμε και το θερμόμετρο να εκτοξεύει τον υδράργυρό του στους 40 βαθμούς κάποιες μέρες του καλοκαιριού και για ορισμένες ώρες της ημέρας.


Υπάρχουν φυσικά και τα έκτακτα και σπάνια καιρικά φαινόμενα, όπως ο δεκαήμερος καύσωνας του Ιουλίου του 1977. Ψυχραιμία και μνήμη. Αυτά χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τις υψηλές θερμοκρασίες και του φετινού καλοκαιριού. Η ψυχραιμία θα μας βοηθήσει να πάρουμε όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ζέστης. Και η μνήμη θα μας βοηθήσει να θυμηθούμε, ότι και όλα τα περασμένα καλοκαίρια τα περάσαμε με ζέστη και υψηλές θερμοκρασίες.λλωστε, μη ξεχνάτε ότι αυτή την ζέστη πουλάμε στους ξένους τουρίστες.


Βεβαίως εκτός από την στήριξη του... τουρισμού, πρέπει να στηρίξουμε και την δική μας άνετη διαβίωση στα νοικοκυριά μας. Κι ο καλός ο νοικοκύρης πριν πεινάσει μαγειρεύει. Γι' αυτό πρέπει να φροντίσετε τώρα για τον κλιματισμό του νοικοκυριού σας, πριν έρθουν τα «σαραντάρια» κι εσείς πεινάτε για λίγη δροσιά. Φροντίδα δεν σημαίνει απαραίτητα συνεχή και αλόγιστη χρήση των γιαπωνέζικων κλιματιστικών, αλλά πολλές άλλες ενέργειες που μπορούν να περιορίσουν την ζέστη στο σπιτικό μας.


Ο,τι κι αν κάνουμε για το σπιτικό μας όμως πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι εξαρτιόμαστε από μια... πεινασμένη και καταφρονεμένη. Με την δυστυχισμένη από το μπετόν, τις πολυκατοικίες, το «νέφος» και την αλλαγή του μικροκλίματος Αθήνα. Με την πεινασμένη για πράσινο και έργα υποδομής πρωτεύουσα. Γιατί, δεν είναι ο καύσων που σκοτώνει. Είναι αυτή η απαίσια τσιμεντούπολη που σκοτώνει. Που σκοτώνει και με την ζέστη και με το κρύο.


Εν όψει καύσωνα, η σημερινή έρευνα αναφέρεται σε όλα τα σχετικά θέματα. Στο ελληνικό καλοκαίρι και γιατί είναι φυσιολογικό να είναι ζεστό. Στην Αθήνα και στις κλιματικές συνθήκες που αλλάζουν σχεδόν σε κάθε συνοικία της τσιμεντούπολης. Στα κλιματιστικά μηχανήματα και σε μια σχετική έρευνα αγοράς. Στις παρεμβάσεις που έγιναν στα νοσοκομεία στο πλαίσιο του ΕΣΥ. Στις συμβουλές των ειδικών για την αντιμετώπιση της ζέστης και της θερμοπληξίας.


Το μήνυμά είναι ένα: Ψυχραιμία παιδιά...


Φυσιολογικό φαινόμενο η ζέστη


Στην Ελλάδα οι υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο. Ο Ιούλιος, είναι ο θερμότερος μήνας του έτους. Ακολουθούν ο Αύγουστος και ο Ιούνιος.


Θερμοκρασίες πάνω από 40 βαθμούς παρατηρούνται σχεδόν κάθε χρόνο στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας. Για παράδειγμα στην Αθήνα σημειώθηκαν: 41,9 βαθμούς το 1957, 40 το 1966, 46,4 το 1973, 48 το 1977, 40 το 1981 και 44 βαθμοί το 1987.


Οι μέγιστες θερμοκρασίες, που καταγράφονται από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΕΜΥ), ποικίλουν από τόπο σε τόπο και από ώρα σε ώρα. Οι μετρήσεις γίνονται υπό σκιάν, σε ορισμένο ύψος και σε ειδικούς μετεωρολογικούς κλωβούς, γι' αυτό μην επιχειρήσετε να μετρήσετε μόνοι σας την θερμοκρασία. Σίγουρα θα κάνετε λάθος και αδίκως θα κατηγορήσετε την ΕΜΥ.


Για παράδειγμα, ο σταθμός του Ελληνικού, που βρίσκεται κοντά στην θάλασσα, δίνει πάντα χαμηλότερες θερμοκρασίες από τους σταθμούς της Νέας Φιλαδέλφειας και του Αστεροσκοπείου. Τις ίδιες θερμοκρασιακές διαφορές έχουμε και ανάμεσα στις παραλιακές και στις μεσόγειες πόλεις μιας περιοχής. Η θαλάσσια αύρα και γενικά οι άνεμοι, είναι ο παράγοντας που καθορίζει αυτές τις διαφορές.
Τα μελτέμια


Το καλοκαίρι επικρατεί στην Ελλάδα ένα σύστημα βορείων ανέμων, που οι αρχαίοι ονόμαζαν «ετησίαι» κι εμείς σήμερα «μελτέμια». Πρόκειται για ένα σταθερό καιρικό φαινόμενο, που παρατηρείται συνήθως την ημέρα και που ανακουφίζει τα νησιά και τα παράλια μας από την ζέστη του καλοκαιριού. Τα μελτέμια στο εσωτερικό της χώρας είναι συνήθως ασθενείς βόρειοι άνεμοι και στο Ιόνιο βορειοδυτικοί ασθενείς. Γενικά οι θερμοκρασίες είναι μεγαλύτερες στο εσωτερικό απ' ό,τι στα παράλια και είναι γνωστή σε όλους μας η καλοκαιρινή ζέστη στην Θεσσαλία, στο Αγρίνιο ή σε άλλα μεσογειακά μέρη.


Εκτός από τους ανέμους και την θάλασσα, υπάρχουν και πολλοί άλλοι τοπικοί παράγοντες που επιδρούν στην θερμοκρασία μιας περιοχής, όπως είναι τα δάση, τα δέντρα, το υψόμετρο, οι ανοιχτοί χώροι και τα πάρκα μιας πόλης. Όλοι οι Αθηναίοι θα έχουν παρατηρήσει την θερμοκρασιακή διαφορά ανάμεσα στο Πεδίον του 'Αρεως και την γειτονική οδό Πατησίων ή ανάμεσα στα μικρά πάρκα (δεν υπάρχουν δυστυχώς μεγάλα) και τις γύρω περιοχές ή ακόμα ανάμεσα στην περιοχή ενός... νεκροταφείου (ανοιχτός χώρος με δέντρα) και τους γειτονικούς δρόμους.


Ανάλογα με την ώρα ποικίλει και η θερμοκρασία. Η μέγιστη θερμοκρασία σημειώνεται αργά το απόγευμα και η ελάχιστη νωρίς το πρωί. Το καλοκαίρι οι μέρες είναι μεγαλύτερες από τις νύχτες, άρα η ηλιοφάνεια είναι περισσότερη κι άρα η ζέστη διαρκεί περισσότερες ώρες.

Στον μεγάλο καύσωνα του 1987, που σκότωσε εκατοντάδες ανθρώπους, είχαμε ένα έκτακτο καιρικό φαινόμενο, το χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η μεγάλη διάρκεια. Ο καύσωνας είχε διαρκέσει περίπου 10 ημέρες, γεγονός πρωτοφανές.

Γενικά όμως τα έκτακτα φαινόμενα επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι ο κανόνας είναι ότι σ' όλη την Ελλάδα, ανεξάρτητα από τις κλιματικές διαφορές, το καλοκαίρι έχουμε υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες σχεδόν κάθε χρόνο και για ορισμένες μέρες και ώρες ξεπερνάνε τους 40 βαθμούς.

Συμπέρασμα: Οι καύσωνες, όπως συνηθίσαμε τελευταία να ονομάζουμε τις μεγάλες ζέστες, είναι ένα γνωστό και συνηθισμένο φαινόμενο στην Ελλάδα. Όμως η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις, η εκτεταμένη χρήση του τσιμέντου και του μπετόν, η δόμηση των πολυκατοικιών, η έλλειψη ανοιχτών χώρων και πάρκων και όλα όσα χαρακτηρίζουν τις σημερινές τσιμεντουπόλεις-κλουβιά μας αναγκάζουν να αναθεωρήσουμε τους παραδοσιακούς τρόπους με τους οποίους οι παλιότερες γενιές αντιμετώπιζαν τις υψηλές θερμοκρασίες και τους καύσωνες του καλοκαιριού.
Το μικροκλίμα

Το 1987 εκατοντάδες άνθρωποι πέθαναν από την ζέστη στην Αθήνα. Ήταν ένα έκτακτο περιστατικό. Που, ωστόσο, δεν επέδρασε το ίδιο σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας. Τα προάστια που διατηρούν ικανοποιητικό ποσοστό πράσινου και οι παραλιακές περιοχές είχανε ελάχιστα ή και καθόλου θύματα. Οι περιοχές που πλήρωσαν με εκατοντάδες νεκρούς την τσιμεντοποίηση της Αθήνας ήταν το κέντρο της πόλης, οι μικροαστικές περιοχές με τις πολυκατοικίες - τσιμεντένια κλουβιά και οι υποβαθμισμένες συνοικίες της Δυτικής Αθήνας.


Δεν ήταν τόσο ο καύσων, όσο η ίδια η πόλη που σκότωσε και εξακολουθεί καθημερινά να σκοτώνει με το «νέφος» και το φονικό μικροκλίμα της.


Σε αντίθεση με τα σχολικά βιβλία που μας μαθαίνουν ότι το μεσογειακό κλίμα της Ελλάδας είναι γλυκό, το μικροκλίμα σε πολλές περιοχές της Αθήνας είναι τραχύ και δύσκολο. Το μικροκλίμα διαμορφώνεται, όπως και το κλίμα γενικότερα, από την θερμοκρασία, την υγρασία, τους ανέμους κλπ, που παρουσιάζουν μια σταθερότητα στις μέσες τιμές τους σε ορισμένους τόπους. Οι τόποι αυτοί μπορεί να είναι μια πόλη, μια συνοικία, ένας δρόμος, ένα σπίτι, ακόμα κι ένα δωμάτιο.


Στις μεγαλουπόλεις - και στην Αθήνα - η έκταση και το ύψος των οικοδομών, η εξαφάνιση των ανοιχτών χώρων (με χώμα και όχι με τσιμέντο ή άσφαλτο), τα σύγχρονα δομικά υλικά (γυαλί, σίδερο, μπετόν), οι διάφορες καύσεις και άλλοι παράγοντες (για παράδειγμα στην Αθήνα η χωρίς σχέδιο ανάπτυξη της πόλης) έχουν δημιουργήσει έναν ειδικό τύπο κλίματος, τον οποίο οι κλιματολόγοι ονομάζουν «αστικό».

Χαρακτηριστικά του αστικού κλίματος

Στο
μικροκλίμα μιας μεγαλούπολης (και της Αθήνας) σε σύγκριση με το κλίμα της γενικότερης περιοχής της συμβαίνουν τα εξής:


* Ελαττώνεται η διάρκεια της καταγραφόμενης ηλιοφάνειας από 5% μέχρι και 15%, ιδιαίτερα τον χειμώνα.


* Είναι μεγαλύτερη η συγκέντρωση αιωρουμένων στερεών σωματιδίων κατά 10 φορές και αερίων ρυπαντικών κατά 5 μέχρι 25 φορές, με αποτέλεσμα την μείωση της ορατότητας σταθερά όλο τον χρόνο και πέρα από τις επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία από την ατμοσφαιρική ρύπανση.


* Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι μεγαλύτερη κατά μισό έως έναν βαθμό Κελσίου. Για το Λος Αντζελες επιστημονικές εργασίες αναφέρουν αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας κατά 0,7 βαθ. ενώ για την Αθήνα η αντίστοιχη αύξηση είναι 0,4 βαθ. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι για θερμοκρασιακές αυξήσεις τέτοιου είδους σε κανονικές περιοχές, η φύση θα ήθελε για να τις "πετύχει" αφάνταστες ποσότητες ενέργειας.


* Στις μεγαλουπόλεις (και στην Αθήνα) δημιουργείται το φαινόμενο που ονομάζεται "νησίδα θερμότητας", το μέγεθος της οποίας εξαρτάται από την μορφολογία του εδάφους και τα κτίρια. Να υπενθυμίζουμε ότι το και το "νέφος" της Αθήνας βασίζεται στο μετεωρολογικό φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής, η οποία, με την σειρά της, οφείλεται στην ειδική μορφολογία του Λεκανοπεδίου Αθηνών και στις ανεμολογικές συνθήκες που επικρατούν. Η "νησίδα θερμότητας" είναι πιο έντονη στο κέντρο της πόλης και ατονεί στην περιφέρεια.


* Η μέση ετήσια ταχύτητα των ανέμων είναι 20-30% μικρότερη. Και καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει αυτή η μείωση στην Αθήνα, η οποία βασίζεται στην ανακούφισή της από το "νέφος" και από τις ζέστες του καλοκαιριού στην πνοή των ανέμων. Επιπλέον στην ελληνική πρωτεύουσα οι θαλάσσιες αύρες που πνέουν από τον Σαρωνικό και παλαιότερα δρόσιζαν την πόλη, στην εποχή μας εμποδίζονται να εξαπλωθούν από την πυκνότητα της δόμησης και το ύψος των κτιρίων.


Γενικά μας λείπουν οι απαραίτητες μετρήσεις και έρευνες και για το αστικό κλίμα της Αθήνας και για τα επιμέρους μικροκλίματα των περιοχών και των συνοικιών της. Μια αποτελεσματική κρατική πολιτική για την σωτηρία των Αθηναίων από τις υψηλές θερμοκρασίες είναι ακριβώς η εκπόνηση αυτών των τόσο απαραίτητων για την ζωή μας μελετών. Τα "ερ κοντίσιον" στα νοσοκομεία είναι απλώς το έσχατο μέτρο. Το έσχατο μέτρο πριν από τον... θάνατο.


Συμπέρασμα: Δεν είναι τόσο ο καύσων, όσο η Αθήνα που σκοτώνει...

Προσαρμογή στην ζέστη

H ιδανική θερμοκρασία για την ευχάριστη και άνετη διαβίωση του ανθρώπου βρίσκεται ανάμεσα στους 18 και 22 βαθμούς Κελσίου. Πιο πάνω ή πιο κάτω από το ιδανικό επίπεδο θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας ο ανθρώπινος οργανισμός αρχίζει τις διαδικασίες προσαρμογών. Σε πολύ υψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες οι διαταραχές του οργανισμού μας είναι τέτοιες ώστε το μόνο αποτέλεσμα είναι ο θάνατος.

Τα στάδια προσαρμογής του ανθρώπινου οργανισμού σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών είναι:

Διαστολή των αιμοφόρων αγγείων του δέρματος και αραίωση του αίματος. Εφίδρωση. Ελάττωση της επιθυμίας για δραστηριότητα. Δίψα. Αφυδάτωση. Λιποθυμίες και ναυτία από μειωμένη αιμάτωση του εγκεφάλου. Ελλάτωση της όρεξης. Δυσφορία και νευρικότητα. Αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος. Βλάβη του θερμορυθμιστικού κέντρου. Νευρική αρρυθμία. Θάνατος.


Στην χώρα μας η αύξηση της θερμοκρασίας γίνεται ομαλά κι έτσι ο οργανισμός μας προσαρμόζεται σταδιακά στις απαιτήσεις των συνθηκών που δημιουργούνται. Η ξαφνική και μεγάλη άνοδος της θερμοκρασίας, όπως στον καύσωνα του 1987, έχει σαν αποτέλεσμα μιά έντονη πίεση στον οργανισμό με αποτέλεσμα διάφορες διαταραχές. Είναι φανερό ότι άτομα με εξασθενημένο οργανισμό ή που έχουν χρόνιες και επικίνδυνες παθήσεις αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία τις ακραίες συνθήκες ενός καύσωνα.

Οι παλιοί τρόποι
και ο τεχνητός κλιματισμός

Ακόμα και σε ιδιαίτερα καυτές μέρες, οι υψηλές θρμοκρασίες διαρκούν ορισμένες ώρες του μεσημεριού. Για τις ώρες αυτές οι παλιότερες γενιές βρήκαν διάφορους τρόπους για να αντιμετωπίσουν όσο το δυνατό καλύτερα την δυσάρεστη κατάσταση. Οι αυλές, οι κληματαριές, ο προσανατολισμός του σπιτιού, οι στέγες από καλάμια, ξύλα και κεραμίδια, τα ασβεστώματα στα νησιά, το ξεκαλοκαίριασμα σε πρόχειρα καταλύματα δίπλα στην θάλασσα είναι μερικοί απ' αυτούς τους τρόπους.


Στην εποχή μας η ανάπτυξη των τσιμεντουπόλεων κατέστησε τους παραδοσιακούς τρόπους ανεπαρκείς. Ο μόνος τρόπος που έχουμε για να δημιουργήσουμε ευχάριστες συνθήκες στους τόπους δουλειάς και κατοικίας είναι ο τεχνητός κλιματισμός που δημιουργούν διάφορα μηχανήματα. Τα μηχανήματα αρχίζουν από τους ταπεινούς και κοινούς ηλεκτρικούς ανεμιστήρες και καταλήγουν σε πολύπλοκες εγκαταστάσεις για ραντάρ και βιομηχανικές χρήσεις.
Η θερμοπληξία­
Η θερμοπληξία είναι μια ασθένεια που εκδηλώνεται όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες, συνήθως πάνω από 40 βαθμοί. Οι καύσωνες υπερβαίνουν τους βιοκλιματικούς δείκτες και επιδρούν δυσμενώς στο θερμορρυθμιστικό σύστημα του οργανισμού μας.


Πολύ μεγάλη σημασία παίζει η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της θρεμοπληξίας. Στην περίπτωση αυτή η θνησιμότητα είναι χαμηλή, δεν υπερβαίνει το 5% και συνήθως συνδυάζεται με άλλες παθήσεις. Αν δεν υπάρξει έγκαιρη διάγνωση, τότε η θνησιμότητα μπορεί να φτάσει και το 80%.


Τα συμπτώματα της θερμοπληξίας είναι:
* Δυσφορία από την ζέστη. Αύξηση του σφυγμού. Ζαλάδες, πονοκέφαλοι και ίλιγγοι. Ψυχικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν ως την κατάθλιψη.


* Συσπάσεις των μυών και κράμπες. Γενική αδυναμία, εξάντληση και ναυτία. Ταχυκαρδία.


* Μεγάλη εξάντληση και γενική κατάπτωση. Εντονη εφίδρωση (ιδρώτας) και λιποθυμικές τάσεις. Πτώση της πίεσης.


Μέχρις εδώ δεν έχουμε πυρετό και η θερμοκρασία του σώματος είναι μάλλον φυσιολογική. Αν φτάσουμε σ' αυτό το στάδιο πτώσης της πίεσης και λοιπών συμπτωμάτων εκδηλώνεται το θερμικό σοκ και αποσυντονίζεται το θερμορρυθμιστικό σύστημα του οργανισμού.


* Στο τελευταίο στάδιο έχουμε: Θερμοκρασία σώματος 40 βαθμοί και πάνω. Ακανόνιστος σφυγμός και ακόμη μεγαλύτερη πτώση της πίεσης. Δέρμα ξηρό, κόκκινο και καυτό. Διαταραχές στη λειτουργία των νεφρών.


Η μεταφορά στο νοσοκομείο του ασθενούς είναι απαραίτητη. Μέχρι τότε πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να κατεβάσουμε την θερμοκρασία του σώματος. Το ζήτημα είναι να μην φτάσουμε σ' αυτό το σημείο.


Η χρυσή συμβουλή είναι: Με τα πρώτα (ενδεχόμενα συμπτώματα) επίσκεψη γιατρού ή μετάβαση στο νοσοσκομείο, ιδιαίτερα τα άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως ηλικιωμένοι, παιδιά, καρδιοπαθείς, άτομα με αναπνευστικά προβλήματα και γενικά ασθενείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: