Κυριακή, 17 Ιουνίου 2007

Ψαρεύοντας στο Ιόνιο παρέα με 100 «κερατάδες»

Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία το1987



«Δέκα τελάρα κολέοι και λίγοι γαύροι» ακούγεται μέσα στη νύχτα απόμακρη η φωνή του λαμπαδόρου. Βρισκόμαστε στ' ανοιχτά της Λευκάδας για να ψαρέψουμε κολιούς με το γρι-γρι του καπετάν Γιάννη Ζουγρή.
Ο κολιός είναι ψάρι μεταναστευτικό. Στα δικά μας νερά έρχεται την άνοιξη για να γεννήσει και παραμένει μέχρι το φθινόπωρο. Κινείται κοπιαδαστά κι έτσι μας προσφέρει την δυνατότητα να τον ψαρέψουμε κατά χιλιάδες.
Προτιμάει τ' αλμυρά και ζεστά νερά, όπως είναι τα νερά του Αιγαίου, γι' αυτό και τα στέκια του βρίσκονται στα παράλια της Καβάλας, στα Δωδεκάνησα, στη Λέσβο, στην Χίο, στη Σάμο και στην Ικαρία. Γενικά όμως τον βρίσκουμε σε ικανοποιητικούς αριθμούς σ' όλες τις θάλασσες μας κι έτσι ο κολιός, μαζί με τον γαύρο και τ' άλλα «λαϊκά ψάρια», επιτρέπει στους Ελληνες να μη ξεχνάνε την γεύση του ψαριού...
Οι ερασιτέχνες τον ψαρεύουν με συρτή, τσαπαρί και καθετή κι όταν πέφτουν σε κάποιο κοπάδι γίνεται αληθινό πανηγύρι. Οι επαγγελματίες ψαράδες χρησιμοποιούν ειδικά τεχνάσματα. Οπως τους λαμπαδόρους, που η φωνή τους μέσα στη σιγαλιά της νύχτας του Ιονίου μιλάει για «δέκα τελάρα κολέους και λίγους γαύρους».
Τι δουλειά κάνουν αυτοί οι λαμπαδόροι; «Κάθε πράγμα στο καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο», γι' αυτό ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κι όλα αρχίζουν με την Πόπη...


Η Πόπη


Αύγουστος, λοιπόν... Απόγευμα... Βρισκόμαστε στην Λυγιά, ένα μικρό ψαροχώρι της Λευκάδας, όχι πολύ μακρυά από την πόλη. Απέναντι μας αντικρύζουμε τη γη της Ακαρνανίας. Στο λιμανάκι, ανάμεσα στην Δέσποινα, την Κατερίνα και την Ρούλα, εκείνη που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά είναι ηΠόπη.

Η Πόπη είναι άσπρη, περήφανη και επιβλητική. Εχει βέβαια υπερβολικά αναπτυγμένη... περιφέρεια αλλά τελικά αυτό αποδεικνύεται μάλλον καλό, καθώς την βλέπουμε να κουνιέται αργά-αργά, μέσα στο απογευματινό αεράκι.
Η Πόπη βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος όλου του μικρού λιμανιού. Βάρκες και βαρκάρηδες την πλησιάζουν από την θάλασσα. Ανθρωποι και αυτοκίνητα έρχονται κοντά της από την στεριά. Μόνο ένας άντρας κάθεται και την καμαρώνει από μακρυά: Ο καπετάν Γιάννης. Η Πόπη είναι δική του.
Πλησιάζουμε τον καπετάνιο. Αφορμή είναι η Πόπη που ξεχωρίζει απ' όλες τις άλλες. Κουβέντα στη κουβέντα αποφασίζουμε να πάμε μαζί τους. Ο Γιάννης και η Πόπη φεύγουν σε λίγο για να ψαρέψουν κολιούς. Η ώρα είναι 7 κι ανεβαίνουμε πάνω στην... Πόπη.
Η «Πόπη» είναι το τρεχαντήρι του καπετάν Γιάννη. Ενα από εκείνα τα παραδοσιακά ξύλινα σκαριά, που ξεχωρίζουν σε κάθε ελληνικό λιμάνι απ' όλα τ' άλλα πλεούμενα, που συνδέουν χιλιάδες χρόνια ελληνικής ναυτοσύνης με τις δικές μας μέρες, που μόνο οι δικοί μας ξυλοναυπηγοί γνωρίζουν πλέον να χτίζουν στην Μεσόγειο, που ταξιδεύουν με κάθε καιρό και που μπορούν να κάνουν κάθε είδους ψάρεμα, από δίχτυα και γρι-γρι μέχρι ανεμότρατα και ξιφοπαράγαδο.
Η «Πόπη» δεν είναι απλώς ένα όμορφο σκάφος. Είναι, πρώτα απ' όλα, μία έξυπνη, χρήσιμη και οικονομική κατασκευή. Το πρώτο εργαλείο για επαγγελματικό ψάρεμα. Πηγαίνοντας για να περάσουμε τον δίαυλο της Λευκάδας και να βγούμε στο Ιόνιο, γνωρίζουμε την «Πόπη» καλύτερα.

Το μήκος της είναι 15 μέτρα. Στο κατάστρωμα, εκτός από την καμπίνα με το πηδάλιο, το βαθύμετρο και τ' άλλα όργανα, υπάρχει άφθονος χώρος για εκατοντάδες μέτρα δίχτυα, δεκάδες κασέλες, αλλυσίδες, βαρούλκα και τα... ρομπότ. Το εσωτερικό του σκάφους χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι ένα μεγάλο αμπάρι. Το δεύτερο αποτελεί μία άνετη καμπίνα με πέντε κρεβάτια, ένα τραπέζι και χώρο για τα πράγματα του πληρώματος. Φυσικά υπάρχει κι ο απαραίτητος χώρος για τη μηχανή και τα καύσιμα.
Η «Πόπη» φεύγει αρκετές φορές για πολυήμερα ταξίδια και τότε πρέπει να κοιμήσει 5 ανθρώπους και να έχει χώρους για εργαλεία, καύσιμα, κασέλες για την αποθήκευση και πάγο για την διατήρηση των αλιευμάτων. Κι όλ' αυτά μέσα σε 15 μέτρα. Με τέτοια σκάφη, σαν την «Πόπη» ταξιδεύουν και σήμερα, όπως και πριν εκατοντάδες χρόνια, οι Ελληνες στα νερά της Μεσογείου ψαρεύοντας σφουγγάρια, κοράλλια, ξιφίες και φυσικά... κολιούς.
Σήμερα η Πόπη δεν θα ψαρέψει μόνη της. Θα την βοηθήσουν ένα καϊκι, τρία ρομπότ και δύο λαμπαδόροι...

Οι λαμπαδόροι
 
Η ώρα είναι 8. Περνάμε τον δίαυλο της Λευκάδας, ένα κανάλι πλάτους 50 μέτρων που άνοιξαν οι Ρωμαίοι και χώρισαν την Λευκάδα από την Ακαρνανία. Εχοντας στα δεξιά μας την Πρέβεζα, μπαίνουμε στο Ιόνιο μπροστά η Πόπη και πίσω της δυο βάρκες δεμένες μαζί της με σχοινί. Από μακρυά μας ακολουθεί και το καϊκι.
Προορισμός μας είναι το Κάθισμα, μια τεράστια και πανέμορφη αμμουδιά στα δυτικά παράλια της Λευκάδας, όπου το κύμα δουλεύοντας συνέχεια την άμμο, έχει κάνει την ακροθαλασσιά να μοιάζει μ' ένα πελώριο... κάθισμα.

Ώρα 9. Φτάνουμε ανοιχτά από το Κάθισμα. Η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη. Ο ήλιος έχει χωθεί κάτω απ' το νερό. Βραδυάζει. Ο καπετάν Γιάννης λύνει τις δύο βάρκες κι αρχίζει να κάνει βόλτες με την «Πόπη», ψάχνοντας για τα σημάδια στην ακτή που μόνος εκείνος γνωρίζει και ερευνώντας τη θάλασσα με το βυθόμετρο.
Νύχτωσε. Ξαφνικά το πέλαγος γεμίζει φώτα. Πρώτα, αυτοί που βρίσκονται μέσα στις δύο βάρκες ανάβουν τα πυροφάνια. Είναι οι δυο λαμπαδόροι μας. Μετά, το κατάστρωμα της Πόπης αστράφτει από το φώς των «ρομπότ». Τα «ρομπότ» είναι απλές ξύλινες κατασκευές, έχουν σχήμα βαρκούλας και το μήκος τους δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Πάνω τους είναι στερεωμένη μια μπουκάλα υγραερίου και μια μεγάλη λάμπα. Τα «ρομπότ» ανάβουν τώρα πάνω στο κατάστρωμα και μετά τα ρίχνουν στο νερό.
Ώρα 9:30. Πέντε δυνατά φώτα λάμπουν στην θάλασσα, απέναντι από το Κάθισμα. Ο καπετάν Γιάννης μας εξηγεί την τεχνική του ψαρέματος. Τα φώτα θα μαζέψουν τα ψάρια γύρω τους όλη τη νύχτα. Λίγο πριν φέξει, οι δύο λαμπαδόροι θα πάνε αργά προς τα ρομπότ και, σαν βοσκοί, θα οδηγήσουν προς τα εκεί τα ψάρια που θα έχουν καθηλωθεί από τα δυνατά φώτα. Γύρω από τα ρομπότ θα απλωθούν τα δίχτυα.
Όλα τα ψαρέματα αρχίζουν με σκάφη σαν την Πόπη. Ειδικά όμως στο γρι-γρι τον πρώτο ρόλο έχουν οι λαμπαδόροι, αυτοί οι περίεργοι βοσκοί της θάλασσας.
Ώρα 10:30. Η Πόπη κάνει μια τελευταία βόλτα γύρω από τα σημάδια του καπετάνιου της, εκεί δηλαδή που έριξε τις πέντε λάμπες και που ήδη τα πρώτα ψάρια αρχίζουν να μαζεύονται. Ο Γιάννης σταματάει τη μηχανή. Ζητάει πληροφορίες από τους λαμπαδόρους για το πόσα ψάρια μαζεύτηκαν. Τότε ήταν, που μέσα στη σιγαλιά της νύχτας ακούσαμε την φωνή του λαμπαδόρου «δέκα τελάρα κολέοι και λίγοι γάβροι». Μια φωνή, που ήταν σα να ερχόταν μέσα από το σκοτάδι της νύχτας, απόκοσμη και γεμάτη μυστήριο. Ενα μυστήριο, που ολοκληρώθηκε αργότερα με την ξαφνική εμφάνιση των... εκατό κερατάδων.



Οι εκατό κερατάδες


Ώρα 11. Η προετοιμασία για το ψάρεμα των κολέων έχει ολοκληρωθεί. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα στρώνουν πάνω στο καπάκι του αμπαριού για φαγητό. Αργότερα ένας-ένας φεύγουν στην καμπίνα για ύπνο. Ο καπετάν Γιάννης προτιμάει να κοιμηθεί στο κατάστρωμα. Σε λίγες ώρες τους περιμένει σκληρή δουλειά.
Μεσάνυχτα. Στο κατάστρωμα, ξαπλωμένοι πάνω σε κουβέρτες που μας δάνεισαν οι ψαράδες, εμείς μένουμε έκθαμβοι από το φως των χιλιάδων αστεριών που μας προσφέρει ο πεντακάθαρος νυχτερινός ουρανός. Τέτοιες νύχτες δεν υπάρχουν πλέον στην Αθήνα. Για τους ψαράδες κάτι τέτοιες στιγμές είναι ρουτίνα, αλλά εμείς πραγματικά δεν έχουμε κανένα λόγο για να κοιμηθούμε απόψε.
Ώρα 1 το πρωϊ. Ακουμπώντας στην κουπαστή της Πόπης, ένα μέτρο πάνω από τη θάλασσα, απολαμβάνουμε μια γαλήνια νύχτα του Αυγούστου. Ησυχία παντού. Μόνο οι ομιλίες των κατασκηνωτών που ξενυχτούν στο Κάθισμα ακούγονται σαν ψίθυροι πίσω μας. Μπροστά μας αχνοπαίζουν τα φώτα της Πρέβεζας. Και ξαφνικά...
Ξαφνικά η θάλασσα γεμίζει με... χλιμιντρίσματα αλόγων. Περίεργοι, μυστηριακοί ήχοι ξεπετιούνται μέσα από το σκοτάδι του Ιονίου και κυκλώνουν την Πόπη και μας. Γρήγορα διακρίνουμε, κόντρα στο φως των λαμπαδόρων και των ρομπότ, δεκάδες φτερά να σκίζουν την ασάλευτη θάλασσα.

Δελφίνια..!
Ίσαμε εκατό δελφίνια μας τριγυρίζουν. 'Αλλοτε ακούμε την ανάσα τους, ίδια με χλιμίντρισμα αλόγου. 'Αλλοτε βλέπουμε τη ράχη τους να γυαλίζει μέσα στο φωτεινό ποτάμι που χύνει στη θάλασσα μια λάμπα. 'Αλλοτε απλώς τα νοιώθουμε να βρίσκονται κοντά μας.
Ξυπνάμε τον καπετάν Γιάννη. «Δελφίνια», του λέμε,«τι γίνεται τώρα;». Ο Γιάννης κοιτάει τον ουρανό -αργεί να ξημερώσει- και απαντάει: «Τους κερατάδες! Θα μας διώξουν τα ψάρια. Αυτό γίνεται. Οι κερατάδες»!
Για μας, τα δελφίνια ήταν μια μαγική έκπληξη που μας έκρυβε το νυχτερινό Ιόνιο. Για τον καπτά Γιάννη ήταν απλώς «εκατό κερατάδες»... Έτσι ξανάπεσε στη κουβέρτα του και συνέχισε τον ύπνο του.
Ώρα 3:30. Ένα ξυπνητήρι αρχίζει να κουδουνίζει και σε λόγο στο κατάστρωμα... "γίνεται της Πόπης". 'Αλλος σπάει πάγο κι άλλος τον ρίχνει σε δύο μεγάλα ξύλινα κασόνια. 'Αλλος μαζεύει την άγκυρα κι άλλος ετοιμάζει τα δίχτυα. 'Αλλος φοράει μια πλαστική ποδιά κι άλλος επισκευάζει μια μικροζημιά της στιγμής.
Ο λαμπαδόρος, σαν μια ονειρική παρουσία που ξεπετιέται μέσα από το σκοτάδι, κωπηλατεί αργά και μαζεύει τα ψάρια γύρω από ένα ρομπότ. Η Πόπη (το σκάφος-μάννα) παίρνει το δίχτυ από το βοηθητικό καΐκι και κυκλώνει γρήγορα την λάμπα του ρομπότ. Τα δύο σκάφη συναντιούνται πάλι. Το δίχτυ αρχίζει να μαζεύεται και το κάτω μέρος του («σούφρωμα») φτάνει στο κατάστρωμα της Πόπης. Η παγίδα έκλεισε.




Τα ψάρια φαίνονται πλέον να χοροπηδάνε πάνω στο νερό, προσπαθώντας να ξεφύγουν. Μάταιος κόπος. Ο Αλέκος και ο Νίκος τα μαζεύουν με μια μεγάλη απόχη και τα ρίχνουν στα ξύλινα κασόνια με τον σπασμένο πάγο. Η πρώτη καλάδα τέλειωσε. Διακόσια κιλά «κολέοι και λίγοι γαύροι» είναι η ψαριά.Τα ψάρια πεθαίνουν γρήγορα από το παγωμέμο νερό που έχουν τα κασόνια. Από εκεί το πλήρωμα τα μαζεύει με τις απόχες και τα συσκευάζει στις ψαροκασσέλες. ξεχωρίζοντας το είδος και το μέγεθος τους και ρίχνοντας σπασμένο πάγο για να διατηρηθούν.
Η δεύτερη καλάδα γίνεται λίγο πριν φέξει. Η πρώτη ήταν μέτρια, αλλά η δεύτερη είναι αποτυχία. «Πέντε κιλά γάβροι και λίγοι κολέοι» είναι αυτή ψαριά. Και δύο... γουρουνόψαρα, ψάρια σπάνια, που όμως δεν τρώγονται.
«Έτσι είναι. Μπορεί να πιάσεις δυο τόνους σ' ένα βράδυ, μπορεί και τίποτα», σχολιάζει ο καπετάνιος. «Η θάλασσα είναι περίεργη. Αλλοτε δίνει. Αλλοτε όχι. Σήμερα ήρθανε τα δελφίνια και μας έκαναν ζημιά. Τους κερατάδες... Τους κερατάδες...»
Ώρα 7 το πρωϊ. Στο λιμάνι της Λυγιάς, μια μεγάλη στρατιά από «μανάβηδες» περιμένει τη ψαριά της «Πόπης». Από το κατάστρωμα οι κασέλες με τα ψάρια έχουν εξαφανιστεί. Ορισμένοι παραθεριστές, που ήρθαν για νά αγοράσουν φρέσκο ψάρι, απογοητευμένοι φεύγουν. Δεν υπάρχει ψάρι.
Ποιός πήρε τους κολέους που ψάρεψε η Πόπη; Μυστήριο. Ενα μυστήριο που άρχισε στο Κάθισμα με... δύο λαμπαδόρους, τρία ρομπότ κι εκατό «κερατάδες» και ολοκληρώθηκε στα αθηναϊκά ιχθυοπωλεία με... τιμές μυστηρίου. Τους κερατάδες...


Δεν υπάρχουν σχόλια: