Παρασκευή, 26 Ιούνιος 2009

Μονοπάτια με θέα το απέραντο γαλάζιο

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
"explore NATURE"
(τεύχος 13, Απρίλιος 2009)
της εφημερίδας «Έθνος

Από την Αρκεσίνη, τη Μινώα και την Αιγιάλη, τις τρεις αρχαίες πόλεις της Αμοργού, έχουμε κληρονομήσει τις περισσότερες επιγραφές στις Κυκλάδες. Έχει διασωθεί επίσης ένα αμυντικό δίκτυο 24 αρχαίων πύργων, που ήταν συνδεδεμένοι με αγροτικούς οικισμούς. Πόλεις, πύργοι και οικισμοί συνδέονταν με ένα πυκνό δίκτυο μονοπατιών.

Τα περισσότερα αρχαία μονοπάτια της Αμοργού έχουν διατηρηθεί και βρίσκονται σε χρήση μέχρι σήμερα. Αποτελούν μια συναρπαστική εμπειρία για τους επισκέπτες του νησιού, που μπορούν να πεζοπορήσουν στους ίδιους δρόμους που βάδιζαν οι αρχαίοι Αμοργίνοι που αναφέρονται στις επιγραφές, όπως ο Κλεοφών και η Νικησαρέτη, ο Κριτόλαος και η Ευφροσύνη.

Η Κάτω Μεριά αντιστοιχεί στην περιφέρεια της αρχαίας Αρκεσίνης. Λίγο πριν την είσοδο του σημερινού χωριού της Αρκεσίνης, ένας χωματόδρομος οδηγεί στην αρχή του μονοπατιού για το Αμμούδι, την πιο κρυφή παραλία της Αμοργού. Το μονοπάτι είναι σημασμένο με μπλε σημάδια. Η καλοκαιρινή εμπειρία όμως στο Αμμούδι με ένα μπανάκι στα πιο σμαραγδένια νερά των Κυκλάδων είναι μοναδική.

Παραμένουμε στην Κάτω Μεριά. Από το χωριό Βρούτση ξεκινάει ένα φαρδύ καλοστρωμένο καλντερίμι που οδηγεί στην εκκλησία του Άη Γιάννη. Στη συνέχεια κατηφορίζει και καταλήγει στην ακρόπολη της αρχαίας Αρκεσίνης. Σε όλη την διαδρομή η θέα είναι πανοραμική προς την εσωτερική θάλασσα των Μικρών Κυκλάδων. Πίσω ακριβώς από την αρχαία ακρόπολη ξεπροβάλει η σιλουέτα της Δονούσας και πιο πίσω αχνοφαίνονται η Ικαρία και η Σάμος.

Από το Βρούτση ξεκινάνε άλλα δύο αρχαία μονοπάτια. Το ένα οδηγεί σε 1 ώρα στον αρχαίο «πύργο του Βασίλη» (Αγία Τριάδα), στην καρδιά της περιφέρειας της αρχαίας Αρκεσίνης. Το δεύτερο καταλήγει στα Κατάπολα, περνώντας από το πρωτοκυκλαδικό νεκροταφείο των Δωκαθισμάτων, τη ρεματιά των Αγίων Σαράντα με τους σπάνιους «φοίνικες του Θεόφραστου», τις κατάφυτες Λεύκες, τις παραλίες Τυροκόμου, Φοινικιές και την αρχαία Μινώα.

Η αρχαία Μινώα και η ακρόπολη της Αρκεσίνης εγκαταλείφθηκαν τον 6-7ο αιώνα μ.Χ., λόγω των αραβικών επιδρομών. Οι Αμοργιανοί αποσύρθηκαν σταδιακά πιο μέσα και πιο ψηλά, ιδρύοντας το βυζαντινό Κάστρο, δηλαδή τη σημερινή Χώρα. Με κέντρο την Χώρα, που ενσωμάτωσε τις περιοχές Μινώας και Αρκεσίνης, κατασκευάστηκαν στην βυζαντινή περίοδο καινούρια μονοπάτια.

Από την Χώρα δύο μονοπάτια οδηγούν στο λιμάνι των Καταπόλων, που άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά μετά το 1870. Το δυτικό μονοπάτι από τον Άγιο Νικόλαο ταυτίζεται σε ορισμένα σημεία του με τον σημερινό δημόσιο δρόμο. Το ανατολικό διατηρείται σε άριστη κατάσταση και από τις Μηλιές με τις πηγές και το πολύ πράσινο καταλήγει στον ελαιώνα του Γυαλινά και στον κόλπο Καταπόλων. Μία διακλάδωση του μονοπατιού, περνάει από το «ρέμα του φονιά» και οδηγεί στον μυστηριώδη «πύργο του Γιαννούλα» (ή «φρούρια») και στο Τερλάκι, όπου σώζεται η βάση ενός αρχαίου πύργου.

Δύο πολύ ωραίες διαδρομές, ιδιαίτερα για τα ζεστά απογεύματα, ξεκινάνε από τον οικισμό Ξυλοκερατίδι των Καταπόλων. Η πρώτη καταλήγει στον φάρο που είναι στο βόρειο άκρο του κόλπου. Περνάει μέσα από μάντρες και παλιά αγροκτήματα και μπορεί να το χάσει ο πεζοπόρος, αν δεν έχει σωστή πληροφόρηση. Το δεύτερο καλοδιατηρημένο μονοπάτι πηγαίνει ψηλά στον παλιό οικισμό «Νιο Χωριό» και καταλήγει στον ελαιώνα πίσω από το Ξυλοκερατίδι. Και τα δύο μονοπάτια προσφέρουν εξαιρετική θέα προς τον μεγάλο κόλπο των Καταπόλων, με την Ηρακλειά, την Ίο και την Πάρο στο βάθος.

Από την Χώρα ξεκινούν δύο ακόμα μονοπάτια που καταλήγουν στην Αιγιάλη. Το πρώτο έχει βορειοανατολική κατεύθυνση, περνάει από τις πλαγιές του Προφήτη Ηλία και καταλήγει στο Ξενοδοχειό, ένα παλιό καλογερικό μαντρί που χρησίμευε στους οδοιπόρους για πανδοχείο. Ένα μεγάλο μέρος του αντιστοιχεί στο αρχαίο μονοπάτι που συνέδεε την Μινώα με την Αιγιάλη. Στο μέσον της διαδρομής υπάρχει το παράξενο «Τραπεζοπέτρι», ένα σύμπλεγμα γιγαντιαίων βράχων, που ισορροπεί πάνω σε μια πέτρα-σφήνα. Έχει σχήμα προΐστορικού ντολμέν ή κρόμλεχ, και γι’ αυτό πολλοί ερευνητές το έχουν συνδέσει με μυστηριώδη αρχαία φαινόμενα.

Το δεύτερο μονοπάτι ακολουθεί νοτιοανατολική κατεύθυνση. Μέχρι τη Μονή Χοζοβιώτισσας είναι ένα βυζαντινό καλοκατασκευασμένο καλντερίμι. Μετά το μοναστήρι έχει ορισμένα κομμάτια από την πρωτοκυκλαδική εποχή, γιατί εδώ βρίσκονται τα Κάψαλα με τα περίφημα πρωτοκυκλαδικά τους ειδώλια. Καταλήγει κι αυτό στο Ξενοδοχειό.

Από το Ξενοδοχειό, το ένα πλέον μονοπάτι περνάει από το ακατοίκητο αλλά καλοδιατηρημένο χωριό του Ασφοντυλίτη και καταλήγει στο χωριό Ποταμός και στην περιφέρεια της Αιγιάλης. Η θέα της διαδρομής εναλλάσσεται ανάμεσα στο νότιο Αιγαίο με τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη στο βάθος και στο κεντρικό Αιγαίο με τις Κυκλάδες, την Ικαρία και την Σάμο.

Η Αιγιάλη που διατηρεί το αρχαίο της όνομα, προσφέρει πολλές διαδρομές πάνω σε αρχαία μονοπάτια και καταπληκτικά πανηγύρια. Κέντρο των μονοπατιών και των πεζοπορικών διαδρομών είναι η Λαγκάδα, η βυζαντινή πρωτεύουσα της Αιγιάλης. Ένα παλιό λιθόστρωτο μονοπάτι εξακολουθεί να συνδέει την Λαγκάδα με τον «γιαλό», όπως λένε οι ντόπιοι τον Όρμο Αιγιάλης. Ένα δεύτερο οδηγεί στα Θολάρια, με διακλάδωση προς τον Στρούμπο. Ένα τρίτο μονοπάτι οδηγεί στο οροπέδιο και τις κορφές του Κρίκελο (823 μ.), όπου διατηρούνται συστάδες με αρχαίους αγριόκεδρους. Εδώ ψηλά, σχεδόν πάνω από την θάλασσα, γίνονται τα φοβερά πανηγύρια του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου και του Θεολόγου στις 26 Σεπτεμβρίου.

Εκτός από τα βασικά μονοπάτια, υπάρχουν δεκάδες μικρότερα που οδηγούν: Σε ξωκκλήσια, όπως η Παναγία Φιδοποταμιανή και η Παναγία Θεοσκέπαστη. Σε αρχαίες θέσεις, όπως ο πρωτοκυκλαδικός τειχισμένος οικισμός της Μαρκιανής ή ο αρχαίος πύργος στο Ρίχτι. Σε παλιούς αγροτικούς οικισμούς, όπως στην Αγία Μαρίνα όπου γεννήθηκε ο πατριάρχης του ρεμπέτικου τραγουδιού Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης).

Η πεζοπορία στην Αμοργό προσφέρει μια στενή επαφή με την κυκλαδίτικη φύση. Δεν είναι σπάνιο να ξεπεταχτεί ανάμεσα από τα φρύγανα ένα κοπάδι πέρδικες. Σπιζαετοί και μαυροπετρίτες συνοδεύουν από τον ουρανό τα βήματα των περιπατητών. Στους γκρεμούς εμφανίζονται πολλά ενδημικά φυτά, όλα με τον προσδιορισμό «αμοργινό», όπως το ελίχρυσο, η καμπανούλα, το ερύσιμο, το ερύνγκιο και το αγριογαρύφαλλο. Στο νησί ανθίζουν πάνω από 40 είδη άγριες ορχιδέες, με πρώτες τις ενδημικές «ορχιδέα του Αιόλου» (Ophrys aeoli) και «ορχιδέα του Αιγαίου» ((Ophrys aegaea). Και ψηλά από τα μονοπάτια της Χοζοβιώτισσας, του Ασφοντυλίτη και του Κρίκελου ο πεζοπόρος μπορεί να δει κάτω στην θάλασσα να ταξιδεύουν κοπάδια με δελφίνια ή φάλαινες φυσητήρες…

Δευτέρα, 26 Ιανουάριος 2009

Τα πολύχρωμα κρινάκια του φθινόπωρου

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
"explore NATURE" (τεύχος 9, Δεκέμβριος 2008)
της εφημερίδας «Έθνος


Κείμενο – φωτογραφίες: Νίκος Νικητίδης

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου στην Κρήτη συντελείται ένα θαύμα. Μέσα από τη σκληρή γη, την ταλαιπωρημένη από το θερμό και άνομβρο μεσογειακό καλοκαίρι, αρχίζουν να ξεπετάγονται γαλαζορόδινα κρινάκια. Ανήκουν στο είδος «κολχικό το μακρόφυλλο» (Colchicum macrophyllum) που είναι ενδημικό της Κρήτης και της νότιας Δωδεκανήσου. Τα τέπαλα του είναι διακοσμημένα με ρόδινα στίγματα σαν μωσαϊκό.

Η άνθηση των κολχικών σηματοδοτεί τον ερχομό του φθινοπώρου. Τα μελτέμια σταματάνε, η θερμοκρασία του αέρα πέφτει, η μέρα μικραίνει και το φως γίνεται απαλό. Αυτά είναι τα σημάδια που περιμένουν οι βολβοί των κολχικών, κάτω από το έδαφος, για να ξεπροβάλουν στην επιφάνεια τα κρινάκια τους.

Τις ίδιες μέρες που τα μακρόφυλλα κολχικά ανθίζουν στη Κρήτη, ξεμυτίζουν στις Κυκλάδες τα συγγενικά τους «κολχικά τα ποικίλα» (Colchicum variegatum). Ξεχωρίζουν από το συνήθως ένα κρινάκι που ανθοφορούν.

Τα κολχικά είναι δηλητηριώδη φυτά. Όλα τα μέρη τους περιέχουν την κολχικίνη, που είναι δραστικό δηλητήριο. Με ένα τέτοιο δηλητήριο υποτίθεται ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της στην Κολχίδα και γι' αυτό τα φυτά ονομάστηκαν κολχικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 20 είδη.

Ο κρίνος της θάλασσας

Την εποχή που εμφανίζονται τα κολχικά, συνεχίζει να ανθίζει ένα καταπληκτικό λουλούδι, που ενώνει το καλοκαίρι με το φθινόπωρο. Ο κρίνος της θάλασσας (Pancratium maritimum) ανθίζει Αύγουστο και Σεπτέμβριο σε αμμώδεις παραλίες, εκεί που τελειώνει το χειμέριο κύμα. Τα άνθη του είναι μεγάλα, χοανοειδή, 3-15 σε κάθε σκιάδιο, εύοσμα και κατάλευκα.
Ο κρίνος της θάλασσας ενώνει τη σημερινή με την προϊστορική φύση του Αιγαίου. Είναι γνωστός από αρχαίες εικονογραφήσεις στην Κρήτη και πασίγνωστος από τις υστεροκυκλαδικές τοιχογραφίες της Σαντορίνης.

Σήμερα έχει περιοριστεί πολύ από την έντονη τουριστική εκμετάλλευση των αμμωδών παραλιών. Ενδιαφέρον έχει ο τρόπος αναπαραγωγής του. Οι μαύροι ανάλαφροι σπόροι του, που μοιάζουν με κομμάτια κάρβουνου, διασκορπίζονται με τον αέρα στην θάλασσα. Οι σπόροι επιπλέουν πάνω στα κύματα και τα ρεύματα τούς διασπείρουν σε άλλες αμμουδιές, όπου θα δώσουν νέα φυτά.

Η πρώτη βροχή

Γύρω στις αρχές Οκτωβρίου το νότιο Αιγαίο ζει φαντασμαγορικές στιγμές. Τα βαρομετρικά χαμηλά κινούνται νοτιότερα και φτάνουν μέχρι το Αιγαίο. Οι θάλασσες μας διατηρούνται πολύ ζεστές και τροφοδοτούν με υδρατμούς την ψυχρή ανώτερη ατμόσφαιρα. Ο συνδυασμός όλων αυτών δημιουργεί έντονες θερμικές καταιγίδες. Υδροσίφωνες, κεραυνοί και νεροποντές αυλακώνουν το Κρητικό πέλαγος, το Μυρτώο, τις Κυκλάδες και το ανατολικό Αιγαίο. Και κάποια στιγμή η πρώτη βροχή αρχίζει να πέφτει, ύστερα από πολλές βδομάδες, πάνω στις στενές λωρίδες γης των νησιών.

Αμέσως μετά την πρώτη βροχή αρχίζουν να ξεπετάγονται μέσα από τη γη οι «στερνμπέργκιες», που η λαϊκή τους ονομασία είναι «κίτρινα κρινάκια». Μέσα από τα βράχια και στις πολύ πετρώδεις περιοχές, βγαίνει η ελληνική ποικιλία της «σικελικής στερνμπέργκιας» (Sternbergia sicula var. Graeca). Στα παλιά χωράφια και τους ελαιώνες ανθίζει λίγο αργότερα η «κίτρινη στερνμπέργκια» (Sternbergia lutea) σε μπουκέτα και με μεγαλύτερα άνθη. Τα άνθη της στερνμπέργκιας είναι κίτρινα, με 6 τέπαλα και 6 ανθήρες που καταλήγουν σε καφετιά στίγματα.

Οι βασιλιάδες του φθινοπώρου

Οι κρόκοι είναι αναμφισβήτητα οι βασιλιάδες του φθινοπώρου. Αρχίζοντας από τις νότιες ακτές της Κρήτης, πλημμυρίζουν σταδιακά όλα τα βουνά της χώρας με τα πανέμορφα κρινάκια τους, σε διάφορα χρώματα.

Ο πρώτος κρόκος που ξεπροβάλει είναι ο «κρόκος των κρητικών ορέων» (Crocus oreocreticus). Είναι ενδημικός των βουνών της Κρήτης, αλλά παραδόξως απουσιάζει από τα Λευκά Όρη.
Ο κρόκος του Καρτράιτ (Crocus cartwrightianus) θεωρείται ο πρόγονος του ήμερου κρόκου (Crocus sativus), που καλλιεργείται στη Κοζάνη για παραγωγή σαφράν. Τα άνθη του έχουν μοβ τέπαλα με σκούρες νευρώσεις και κίτρινους ανθήρες. Τα κόκκινα στίγματα του είναι πολύ μεγάλα και βγαίνουν έξω από το περιάνθιο. Ανθίζει σε πετρώδεις τοποθεσίες στη Στερεά Ελλάδα, Αττική, Πελοπόννησο, Κρήτη και νησιά. Πήρε το όνομά του από τον Άγγλο πρόξενο στην Πόλη το 19ο αιώνα, τον Τ. Καρτράιτ, που έστειλε ένα δείγμα του φυτού από τη Τήνο στον βοτανολόγο Χ. Χέρμπερτ. Όταν ο Χέρμπερτ δημοσίευσε την περιγραφή του νέου είδους κρόκου, του έδωσε από αβρότητα το όνομα του Καρτράιτ.

Ο «κρόκος του Τουρνεφόρ» (Crocus turnefortii) ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο Γάλλος βοτανολόγος Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, που ταξίδεψε το 1700 στο Αιγαίο και περιέγραψε πρώτος ένα πλήθος φυτών. Είναι ενδημικός του Αιγαίου, της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Ανθίζει σε πετρώδεις τοποθεσίες, παλιά χωράφια και ελαιώνες. Έχει ανοιχτά ροζ-μοβ χρώματα και κίτρινο φάρυγγα. Τα στίγματά του είναι κόκκινα, χωρισμένα σε πολλά νημάτια.

Η ζαφορά και το άγιο μύρο

Τα άνθη των κρόκων βγαίνουν μαζί με τα φύλλα απευθείας από το βολβό. Στο εσωτερικό των λουλουδιών ξεχωρίζουν τρία χρωματιστά νημάτια, που λέγονται «στίγματα». Αυτά τα στίγματα δίνουν τη «ζαφορά» (ή «σαφράν»), που ανάλογα με τη χρήση της είναι βαφική ύλη, εκλεκτό άρτυμα και φαρμακευτική ουσία.

Η «ζαφορά» παράγεται από τα είδη κρόκων που έχουν πολύ μακριά στίγματα. Τέτοιοι άγριοι κρόκοι είναι «του Καρτάιτ» (C. cartwrightianus), «των κρητικών ορέων» (C. oreocreticus) και «του Τουρνεφόρ» (C. turnefortii).

Από την προϊστορική ήδη περίοδο στο Αιγαίο χρησιμοποιούσαν τη ζαφορά ως χρωστική ύλη, γιατί δίνει ένα πολύ φωτεινό κίτρινο χρώμα. Στην Κρήτη παραμένουν σε χρήση οι παροιμιώδεις φράσεις «εγίνηκε κίτρινος σαν τη ζαφορά» και «είναι κίτρινος ωσάν τη ζαφορά».

Στη μαγειρική τα αποξηραμένα στίγματα των κρόκων ονομάζονται «σαφράν», από παραφθορά της αραβικής λέξης zafaran που σημαίνει κίτρινο. Σαν άρτυμα το σαφράν προσφέρει σε φαγητά και γλυκά το λεπτό του άρωμα και το κίτρινο χρώμα. Στη βιομηχανία το χρησιμοποιούν για να δίνουν πιο ζωντανή εμφάνιση σε τυριά, ζυμαρικά, κρέατα και άλλα τρόφιμα. Σε πολλά νησιά των νότιων Κυκλάδων βάζουν το «σαφράνι» στα ψωμιά, τα τσουρέκια και τα κουλούρια της Λαμπρής, σε άλλα γλυκά, στα ζυμαρικά, στις ψαρόσουπες...
Επίσης, το σαφράν είναι ένα από τα 58 υλικά που χρησιμοποιεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να κατασκευάσει με κρασί και λάδι το Άγιο Μύρο, που χρησιμοποιείται στην τελετουργία του μυστηρίου του χρίσματος.

Ζωή μέσα από τις στάχτες

Η φωτιά κατέκαψε τον εθνικό δρυμό της Πάρνηθας. Απέμειναν οι καμένοι σκελετοί των ελάτων και η στάχτη να σκεπάζει τις άλλοτε πράσινες πλαγιές. Λίγες βδομάδες μετά την πυρκαγιά, μέσα από τις στάχτες ξεπήδησαν οι πρώτες ανάσες της νέας ζωής. Ήταν τα λευκά κρινάκια του ποικιλόμορφου «κρόκου του λείου» (Crocus laevigatus), που τον βρίσκουμε από τη Στερεά και νοτιότερα.

Στην Πάρνηθα εμφανίζεται στη κλασική του μορφή με τρεις μπλε γραμμές εξωτερικά και εναλλάξ στα τέπαλά του. Στην Αμοργό ο κρόκος αυτός είναι δίχρωμος με τρία λευκά και τρία σκουρογάλανα τέπαλα. Στη Νάξο υπάρχει ένα υποείδος, που ανθίζει την άνοιξη. Τα κρινάκια του κρόκου αυτού είναι ποικιλόμορφα, ωστόσο το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι ο χιτώνας του βολβού του είναι λείος, εξ ου και το όνομά του.

Ο «κρόκος ο εσχαρωτός» (Crocus cancellatus) είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας και της νοτιοδυτικής Μικρασίας. Ονομάστηκε «εσχαρωτός» (cancellatus), γιατί ο βολβός του έχει δικτυωτό χιτώνα. Τα άνθη του έχουν λευκές και μοβ αποχρώσεις, με σκούρες γραμμές στον φάρυγγα. Στις κορφές του Υμηττού ανθίζει το υποείδος mazziaricus.

Ο «αττικός κρόκος» (Crocus sieberi ssp. atticus) είναι ενδημικός της Αττικής και της νότιας Εύβοιας. Στην Πεντέλη και την Πάρνηθα σχηματίζει στα μέσα του χειμώνα μεγάλα γαλαζορόδινα χαλιά.

Ο κατάλευκος «κρόκος του Μπορί» (Crocus boryi) ευδοκιμεί σε πετρώδεις τοποθεσίες, πρανή και ελαιώνες. Είναι ενδημικός της νότιας Ελλάδας.

Ο «κρόκος ο ωραίος» (Crocus pulchellus) ανθίζει το φθινόπωρο στην Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη. Το κρινάκι του έχει γαλάζιες αποχρώσεις με σκούρες γραμμές.

Αρχίζοντας από την Κρήτη και ανεβαίνοντας σταδιακά προς τα βόρεια, τα κρινάκια του φθινοπώρου σηματοδοτούν τη φθινοπωρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσης. Η χειμερινή περίοδος αρχίζει πάλι από τη Κρήτη, με το κρινάκι «ανδροκύμβιο του Ρέχινγκερ» (Androcumbium rechingeri) και την ορχιδέα της Μεσαράς (Ophrys messaritica), που ανθίζουν μέσα στο καταχείμωνο και προαναγγέλλουν την εκρηκτική ανθοφορία της άνοιξης…

Τετάρτη, 21 Ιανουάριος 2009

Οι άγριοι κρόκοι του χειμώνα


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σφήνα» στις 05/12/2008